Η σχεδιασμένη οικονομία και οι αστοί επικριτές της
Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του νεοσύστατου ΚΚ Γερμανίας, μια ελπιδοφόρα προσπάθεια για δημιουργία ενός πραγματικά εργατικού-επαναστατικού κκόμματος στην Γερμανία. Πρόκειται, για ένα θεμελιώδες κείμενο που συγκρούεται ολομέτωπα με την αστική οικονομολογία και αναδυκνύει την ανωτερότητα της μαρξιστικής επιστημονικής μεθοδολογίας. Δείτε την ιστοσελίδα τους και το αρχικό κείμενο ΕΔΩ
Η σχεδιασμένη οικονομία και
οι αστοί επικριτές της
Το κείμενο γράφτηκε
από τον Θανάση Σπανίδη
1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
Ο σοσιαλισμός σήμερα, τρεισήμισι δεκαετίες αφότου κηρύχθηκε
οριστικά νεκρός, ανακαλύπτεται ξανά από έναν αυξανόμενο αριθμό ανθρώπων,
ιδιαίτερα νέων. Αντίθετα, η αντίληψη ότι ο καπιταλισμός θα έπρεπε πράγματι να
αποτελεί το τελικό στάδιο της κοινωνικής εξέλιξης πείθει ολοένα και λιγότερους
ανθρώπους. Ωστόσο, ενώ η κριτική στον καπιταλισμό θεωρείται εδώ και καιρό και
πάλι «σύγχρονη» και έχει βρει θέση ακόμη και στη mainstream κουλτούρα[1], οι
αντιλήψεις για μια εναλλακτική απέναντι στον καπιταλισμό είτε δεν διατυπώνονται
καθόλου, είτε παραμένουν ασαφείς, είτε αποτελούν ψευδοεναλλακτικές, επειδή, αν
τις εξετάσει κανείς προσεκτικότερα, δεν πρόκειται παρά για μεταρρυθμιστικά
διαχειριζόμενες παραλλαγές της καπιταλιστικής κοινωνικής τάξης.
Ένα από τα ουσιώδη επιτεύγματα του μαρξισμού ήταν ότι
έδειξε πως ο σοσιαλισμός δεν είναι μια ουτοπία επινοημένη από ιδιαίτερα
δημιουργικούς στοχαστές, αλλά ότι προκύπτει αναγκαστικά, δηλαδή λογικά και
ιστορικά, από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής – όπου το «αναγκαστικά» βέβαια
δεν σημαίνει ότι ο σοσιαλισμός έρχεται από μόνος του, αλλά ότι δεν υπάρχει
άλλος τρόπος να αρθούν οι αντιφάσεις του καπιταλισμού.
Σήμερα, όλοι όσοι τάσσονται υπέρ μιας σοσιαλιστικής
εναλλακτικής βρίσκονται αντιμέτωποι με το γεγονός ότι ο σοσιαλισμός υπήρξε ήδη
μία φορά, δηλαδή στη Σοβιετική Ένωση, στα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης, στην
Κίνα και σε μια σειρά ακόμη χωρών. Το ότι υπάρχει αυτός ο τεράστιος θησαυρός
εμπειριών θα έπρεπε, για τους μαρξιστές, να αποτελεί συνολικά κάτι θετικό,
καθώς επιτρέπει να εξαχθούν πολυάριθμα πολύτιμα διδάγματα για το μέλλον. Από
την άλλη πλευρά, όμως, αυτή η ιστορική κατάσταση περιλαμβάνει και το γεγονός
ότι η κυρίαρχη τάξη μπόρεσε να διεξαγάγει — και πράγματι διεξήγαγε— μια
επιτυχημένη προπαγανδιστική επίθεση, σύμφωνα με την οποία, στο μυαλό αμέτρητων
ανθρώπων, η σοσιαλιστική σχεδιασμένη οικονομία συνδέθηκε με
αναποτελεσματικότητα, ελλείψεις στην τροφοδοσία και οικονομική κατάρρευση. Και
οι δύο προκλήσεις που προκύπτουν από αυτό —η άντληση διδαγμάτων για τον
μελλοντικό σοσιαλισμό και ο αγώνας ενάντια στον αντικομμουνισμό και την
ιδεολογία της δήθεν ανυπαρξίας εναλλακτικής απέναντι στον καπιταλισμό— απαιτούν,
αφενός, να αναλύσουμε και να κατανοήσουμε οπωσδήποτε γιατί η πρώτη μεγάλη
απόπειρα να «κατακτηθεί ο ουρανός» ανήκει πλέον στο παρελθόν· αφετέρου, όμως,
και την ανάπτυξη μιας αντίληψης για τον σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής, η οποία
να επεξεργάζεται τα ιστορικά διδάγματα και ταυτόχρονα να μπορεί να ανταποκριθεί
στις απαιτήσεις της παραγωγής, της ανταλλαγής και της ικανοποίησης των αναγκών
στο σημερινό επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Το πρώτο καθήκον,
δηλαδή η ανάλυση των ιστορικών σοσιαλιστικών κοινωνιών, πρέπει να συνεχίσει να
επεξεργάζεται αλλού. Στο παρόν κείμενο επιχειρείται μια συμβολή στο δεύτερο
καθήκον.
Τώρα, για την επιτυχία ενός σοσιαλιστικού κράτους στη
διεθνή ταξική πάλη, απαιτείται ασφαλώς κάτι περισσότερο από την εκπλήρωση
οικονομικών στόχων, γιατί η ταξική πάλη με τον ιμπεριαλισμό θα διεξάγεται
αναγκαστικά σε όλα τα επίπεδα και σε όλες τις σφαίρες της κοινωνίας. Ωστόσο, η
οικονομική επιτυχία αποτελεί τη βάση για όλα τα υπόλοιπα. Ένα εργατικό κράτος
που, για οποιουσδήποτε λόγους, αποτυγχάνει στην ανάπτυξη των παραγωγικών
δυνάμεων και στην ικανοποίηση των αναγκών του πληθυσμού του, όχι μόνο δεν θα
μπορέσει να ωθήσει τον ιμπεριαλισμό σε άμυνα, αλλά και δεν θα μπορέσει
μακροπρόθεσμα να επιβιώσει.
Μπροστά σε αυτή την κοινοτοπία, θα μπορούσε κανείς να
περιμένει ότι η διατύπωση μιας βιώσιμης αντίληψης για τον σοσιαλισμό θα
αποτελούσε μία από τις μεγαλύτερες προτεραιότητες του κομμουνιστικού κινήματος
και γενικότερα του μαρξισμού από το
1989/90 και έπειτα. Όμως δεν συμβαίνει αυτό. Υπάρχουν
συγκριτικά λίγες αντιπαραθέσεις με την Πολιτική Οικονομία του Σοσιαλισμού και
αυτές συχνά είτε αποτελούν (από τη ρεβιζιονιστική πλευρά) στην ουσία
εγκατάλειψη της αξίωσης να αναπτυχθεί, με τη σοσιαλιστική σχεδιασμένη
οικονομία, ένας τρόπος παραγωγής ανώτερος από τον καπιταλισμό, εφόσον κεντρικοί
τομείς της οικονομικής ρύθμισης θα πρέπει τελικά να αφεθούν στην αγορά. Ή
πρόκειται για κριτικές αυτών των απόψεων, οι οποίες παρέχουν μεν πολλά
σημαντικά και σωστά επιχειρήματα, αλλά ως επί το πλείστον παραμένουν στο γενικό
επίπεδο.
Υπάρχει, πέρα από αυτά, και μια (επίσης αρκετά
περιορισμένη) βιβλιογραφία στην οποία πράγματι επιχειρείται να επεξεργαστεί
κανείς μια αντίληψη για τη σοσιαλιστική σχεδιασμένη οικονομία στο σημερινό
επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.
Με διαφορά η πιο γνωστή σύλληψη προέρχεται από τον Paul
Cockshott και τον Allin Cottrell[2], με
την οποία θα ασχοληθούμε και εδώ σύντομα και δυστυχώς θα διαπιστώσουμε ότι και
σε αυτούς παραμένουν πολλά ερωτήματα ανοιχτά. Πέρα από αυτό, όμως, οι Cockshott
και Cottrell, μετά το γνωστό τους βιβλίο, που χρονολογείται ακόμη από τη
δεκαετία του 1980, δεν έχουν γράψει σχεδόν τίποτα νέο για το θέμα και
ουσιαστικά ανακύκλωσαν, σε μια χούφτα άρθρα, τις θέσεις του βιβλίου τους.
Νεότερες συζητήσεις[3] για
τον σοσιαλισμό (ή για αυτό που οι συγγραφείς λανθασμένα θεωρούν ως τέτοιο)
ασχολούνται κυρίως μάλλον με ζητήματα δημοκρατικής συμμετοχής ή ατομικής
αυτοπραγμάτωσης, όχι όμως με τα πολύ πιο σύνθετα και αντικειμενικά ασφαλώς πιο
επείγοντα ερωτήματα σχετικά με το πώς μπορεί να υλοποιηθεί τεχνικά ο κεντρικός
σχεδιασμός ολόκληρης μιας εθνικής οικονομίας και ποια προβλήματα θα πρέπει να
αντιμετωπιστούν σε αυτή τη διαδικασία.
Και το παρόν κείμενο ασφαλώς δεν θα μπορέσει να δώσει
ικανοποιητικές απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα. Αρχικά, στόχος του ήταν να
προσεγγίσει περισσότερο ένα βιώσιμο μοντέλο σοσιαλιστικής οικονομίας. Το ότι
αυτός ο στόχος ασφαλώς δεν επιτεύχθηκε οφείλεται, αφενός, στην εξαιρετική
πολυπλοκότητα του θέματος, η οποία καθιστά αδύνατες τις γρήγορες απαντήσεις·
αφετέρου, όμως, και στο ότι το κείμενο παίρνει ως αφετηρία του τους κλασικούς
και, κατά πάσα πιθανότητα, πιο γνωστούς αστούς επικριτές της σχεδιασμένης οικονομίας,
προκειμένου να εξετάσει, με βάση τα σημεία της κριτικής τους, ποιες προκλήσεις
ίσως πράγματι απομένει ακόμη να επιλυθούν. Πρόκειται, αφενός, για τους βασικούς
εκπροσώπους της αντισοσιαλιστικής πλευράς της λεγόμενης «συζήτησης για τον
σοσιαλιστικό υπολογισμό», τον Ludwig von Mises και τον Friedrich August von
Hayek, και, αφετέρου, για τον ουγγρικής καταγωγής οικονομολόγο János Kornai, ο
οποίος διατύπωσε την κριτική του στη σχεδιασμένη οικονομία κατά τη δεκαετία του
1980. Σε αυτό το σημείο ας αποκαλυφθεί μόνο το εξής: η κριτική αυτών των τριών
αστών οικονομολόγων αποδεικνύεται, σε όλα τα ουσιώδη σημεία, όχι μόνο
λανθασμένη, αλλά και παραπλανητική, με την έννοια ότι εντόπισαν τα προβλήματα
της σχεδιασμένης οικονομίας σε σημεία όπου δεν υπάρχουν, ενώ απέκλεισαν άλλα,
πράγματι δύσκολα ερωτήματα. Ορισμένα ζητήματα προέκυψαν εν μέρει και εκ νέου
λόγω της αυξανόμενης πολυπλοκότητας της οικονομικής ζωής και δεν μπόρεσαν ακόμη
να εξεταστούν. Αυτό έχει ως συνέπεια ότι η κριτική τους δεν προσφέρει κατάλληλο
σημείο εκκίνησης για να φτάσει κανείς σε μια θετική αντίληψη του σοσιαλισμού.
Κατά τη διάρκεια της συγγραφικής διαδικασίας, το κείμενο
άλλαξε επομένως χαρακτήρα. Τώρα υπηρετεί, πρώτον, τον προσανατολισμό στο θέμα
«Η σχεδιασμένη οικονομία και οι αστοί επικριτές της».
Δεύτερον, ελέγχει τη βασιμότητα αυτής της κριτικής
και επιχειρεί να την αντικρούσει. Δυστυχώς, η κριτική του Kornai στις
ανατολικοευρωπαϊκές σχεδιασμένες οικονομίες αποτελεί όχι μόνο στην αστική
οικονομική επιστήμη μια αυθεντία που ελάχιστα αμφισβητείται, η οποία δήθεν
στηρίζεται από την «εμπειρία» (η οποία όμως στην πραγματικότητα είναι συχνά
απλώς η παραμορφωμένη εικόνα αυτών των σχεδιασμένων οικονομιών που παρήγαγε η
ίδια η αστική προπαγάνδα). Ακόμη περισσότερο: ακόμη και συγγραφείς με
υποτιθέμενο μαρξιστικό υπόβαθρο[4] επικαλούνται
εν μέρει τον Kornai για να αποδείξουν την υποτιθέμενη αναποτελεσματικότητα των
κεντρικά σχεδιασμένων οικονομιών και να θεμελιώσουν καλύτερα τις «αγοραίες
σοσιαλιστικές» αντιλήψεις τους. Εδώ δεν επιχειρείται μια συνολική κριτική του
έργου του Kornai, αλλά τα κεντρικά του σχήματα, με τα οποία επικρίνει και
απορρίπτει τον σοσιαλισμό, παρουσιάζονται και εξετάζονται ως προς τη βασιμότητά
τους. Κάτι ανάλογο ισχύει ακόμη και για τις συμβολές των Hayek και Mises,
παρότι αυτές είχαν ήδη αντικρουστεί από συγχρόνους τους, όπως ο Oskar Lange.
Ωστόσο, η ιστορική ήττα του σοσιαλισμού οδήγησε ακόμη και
σε αυτές τις περιπτώσεις στο να αναβιώσουν από την πολιτική αντίδραση ήδη
νεκρές γραμμές επιχειρηματολογίας, μέσα στην υποτιθέμενη βεβαιότητα ότι η
κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης «αποδεικνύει» τάχα την ορθότητά τους. Έτσι, το
κείμενο υπηρετεί και την πολιτική αυτοβεβαίωση όλων όσοι σήμερα, παρ’ όλα αυτά,
αγωνίζονται για ένα σοσιαλιστικό μέλλον. Διότι όχι μόνο οι μεγάλες επιτυχίες
των σοσιαλιστικών χωρών στο παρελθόν, αλλά και το γεγονός ότι η κριτική στον
σοσιαλισμό —τόσο εκείνη που διατυπώθηκε στη «συζήτηση για τον υπολογισμό» όσο
και η μεταγενέστερη του Kornai— δεν προσφέρει κανένα πειστικό επιχείρημα για να
αμφιβάλει κανείς για τον σοσιαλισμό και την ανωτερότητά του, ότι δηλαδή τα
καλύτερα μυαλά του αστικού κόσμου δεν στάθηκαν ικανά, μέσα σε περισσότερο από
έναν αιώνα, να προσφέρουν τέτοια επιχειρήματα, μπορεί να μας γεμίζει
αισιοδοξία. Δεν υπάρχει τίποτα που να συνηγορεί στο ότι μια σοσιαλιστική
σχεδιασμένη οικονομία θα βρισκόταν αναγκαστικά μπροστά σε άλυτα προβλήματα και
θα έπρεπε, εξαιτίας τους, να μείνει οικονομικά πίσω απέναντι στο καπιταλιστικό
εξωτερικό. Αντίθετα, πολλά συνηγορούν στο ότι δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο και ότι
η σοσιαλιστική σχεδιασμένη οικονομία είναι, κατ’ αρχήν, ο τρόπος παραγωγής που
υπερέχει έναντι του καπιταλισμού —και από την άποψη της αποτελεσματικότητας στη
χρήση των πόρων και της ανάπτυξης της παραγωγικότητας.
Τρίτον, τέλος, η ενασχόληση με τα επιχειρήματα των
αντιπάλων του σοσιαλισμού βοηθά, παρ’ όλα αυτά, στον εντοπισμό πιθανών
προκλήσεων και προβλημάτων για τα οποία είναι αναγκαία περαιτέρω ερευνητική
εργασία, λειτουργώντας κατά κάποιον τρόπο ως διαδικασία αποκλεισμού, μέσω της
οποίας ορισμένα υποτιθέμενα προβλήματα του σοσιαλισμού απορρίπτονται ως άσχετα,
ώστε οι μελλοντικές εργασίες στη συζήτηση για τον σοσιαλιστικό σχεδιασμό να
μπορούν να επικεντρωθούν περισσότερο στα σωστά ερωτήματα.
Το κείμενο θα παρουσιάσει και θα κριτικάρει αρχικά, στο
κεφάλαιο 2, τα κεντρικά επιχειρήματα των Mises και Hayek στη συζήτηση για τον
σχεδιασμό: ιδίως τα επιχειρήματα ότι οι τιμές της αγοράς είναι απαραίτητες τόσο
για τη συγκρισιμότητα διαφορετικών αγαθών όσο και ως όχημα μεταβίβασης
πληροφοριών στην οικονομία. Στο πλαίσιο αυτό θα παρουσιαστούν επίσης σύντομα
και θα εξεταστούν κριτικά η κλασική απάντηση του Oskar Lange, καθώς και οι
νεότερες συμβολές των Cockshott και Cottrell.
Στα κεφάλαια 3 έως 6 παρουσιάζονται και εξετάζονται κριτικά
τα κεντρικά επιχειρήματα του Kornai: στο κεφάλαιο 3 η προβληματική των «μαλακών
σχεδίων» και η συνδεδεμένη με αυτή δυνατότητα σχεδιασμού της προόδου της
παραγωγικότητας· στο κεφάλαιο 4 το θέμα των «μαλακών δημοσιονομικών
περιορισμών» και το ερώτημα αν η κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής πρέπει
αναγκαστικά να οδηγεί σε αναποτελεσματική χρήση των πόρων. Στο κεφάλαιο 5,
τέλος, εξετάζεται ο ισχυρισμός ότι οι σοσιαλιστικές σχεδιασμένες οικονομίες αδυνατούν
κατά κανόνα να παράγουν αγαθά υψηλής ποιότητας και στο κεφάλαιο 6 η έννοια της
«οικονομίας της έλλειψης», την οποία ο Kornai διαμόρφωσε για τις σοσιαλιστικές
οικονομίες του 20ού αιώνα.
Το παρόν κείμενο, επομένως, δεν θα υπεισέλθει λεπτομερώς σε
όλα τα, αν και πολυάριθμα, όχι πάντοτε εύστοχα επιχειρήματα που προβάλλονται
συνήθως κατά του σοσιαλισμού. Ενδεικτικά ας αναφερθούν εδώ δύο τέτοια
ψευδοπροβλήματα: αφενός, η συχνή θέση ότι «ο άνθρωπος» είναι από τη φύση του
βαθιά εγωιστής και γι’ αυτό θα δούλευε όσο το δυνατόν λιγότερο, αν δεν κρεμόταν
διαρκώς πάνω από το κεφάλι του, ως δαμόκλειος σπάθη, η απόλυση στην ανεργία ή ο
θάνατος από την πείνα. Αυτό υποστηρίζει, για παράδειγμα, ο ιδιαίτερα τιμημένος
πατέρας της αστικής κοινωνιολογίας Max Weber:
«Μια σχεδιασμένη
οικονομία προσανατολισμένη στην κάλυψη των αναγκών πρέπει – στην περίπτωση
ριζικής εφαρμογής– να αμβλύνει τουλάχιστον, από αυτά τα κίνητρα, τον
εξαναγκασμό προς εργασία μέσω του κινδύνου έλλειψης μέσων διαβίωσης, διότι,
στην περίπτωση μιας υλικής ορθολογικότητας της τροφοδοσίας, δεν θα μπορούσε σε
καμία περίπτωση να αφήσει τα οικεία πρόσωπα να υποφέρουν όσο θέλει κανείς από
την ενδεχόμενη χαμηλότερη απόδοση του εργαζομένου. (…) Έχει λοιπόν στη διάθεσή
της, πέρα από (ενδεχομένως) καθαρά υλικές ιδιαίτερες προοπτικές κέρδους,
ουσιαστικά ιδεατά κίνητρα “αλτρουιστικού” χαρακτήρα (με την ευρύτερη έννοια),
προκειμένου να επιτύχει αντίστοιχες επιδόσεις προς την κατεύθυνση της
σχεδιασμένης κάλυψης των αναγκών, όπως εκείνες που, κατά την εμπειρία,
επιτυγχάνει ο αυτόνομος προσανατολισμός προς τις ευκαιρίες απόκτησης
εισοδήματος στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς προς την κατεύθυνση της
προμήθειας αγαθών που ζητούνται με αγοραστική δύναμη.»[5]
Πιο απλά διατυπωμένο, ο Weber λέει εδώ: η σχεδιασμένη
οικονομία εξαρτάται από το να εργάζονται οι εργάτες κυρίως από καθαρή
ανιδιοτέλεια, επειδή δεν απειλούνται διαρκώς με απώλεια της θέσης εργασίας
τους. Αυτό που δεν λέγεται, αλλά υπονοείται, είναι: η σχεδιασμένη οικονομία
αποτυγχάνει εξαιτίας της «μη ρεαλιστικής εικόνας του ανθρώπου» που υποτίθεται
ότι έχει.
Η σημασία του προβλήματος, όμως, υπερβάλλεται εδώ
τουλάχιστον σε πολύ μεγάλο βαθμό. Διότι, αφενός, και σε μια σοσιαλιστική
οικονομία μπορούν να υπάρχουν κυρώσεις, αν μεμονωμένοι εργάτες θελήσουν να
μποϊκοτάρουν την εργασία ή εργάζονται εμφανώς κάτω από τις δυνατότητές τους.
Μόνο όποιος συμβάλλει, μέσα στο πλαίσιο των δυνατοτήτων του, στην αύξηση του
κοινωνικού πλούτου, μπορεί να εγείρει αξίωση συμμετοχής σε αυτόν τον πλούτο.
Αφετέρου, όμως, ακόμη και σήμερα, για πολλούς εργαζόμενους
σε διάφορα επαγγέλματα, ο φόβος της απόλυσης δεν είναι σίγουρα το πρωταρχικό
τους κίνητρο για να εργάζονται. Αντίθετα, το κίνητρο για εργασία είναι
αποτέλεσμα ενός συνδυασμού πολλών παραγόντων, που διαφέρουν σημαντικά ιδίως
ανάλογα με το είδος της δραστηριότητας: η ταύτιση με το επάγγελμα και ένα
επαγγελματικό ήθος, η ταύτιση με τον εργοδότη, η επιθυμία να «κάνει κανείς κάτι
καλό», η ευχαρίστηση από την εργασία και τις κοινωνικές επαφές, η πλήξη όταν
δεν εργάζεται κανείς και φυσικά (όχι τελευταία) και η αμοιβή. Σε μια
σοσιαλιστική κοινωνία, όμως, προστίθεται επιπλέον και το βασικό κίνητρο της
συμμετοχής, ως μέρος μιας συνολικής κοινωνικής διαδικασίας, στην κοινή
οικοδόμηση μιας καλύτερης ζωής. Αυτό δεν είναι αλτρουισμός με την έννοια που
έχει ο Weber στο μυαλό του, δηλαδή με την έννοια της αυταπάρνησης για χάρη των
άλλων. Αντίθετα, οι κοινωνικοί και οι ατομικοί στόχοι σε μια σοσιαλιστική
κοινωνία δεν μπορούν να διαχωριστούν μεταξύ τους, διότι μπορούν να επιτευχθούν
μόνο από κοινού.
Ένα δεύτερο παράδειγμα ψευδοπροβλήματος, το οποίο, παρότι
είναι πάντοτε δημοφιλές στην αντικομμουνιστική προπαγάνδα, δεν παρέχει
ιδιαίτερο λόγο να θεωρηθεί εκ προοιμίου πρόβλημα του σοσιαλισμού, είναι ο
ισχυρισμός ότι ο σοσιαλισμός είναι ανίκανος για καινοτομία[6]. Πίσω
από αυτό βρίσκεται η λανθασμένη αντίληψη ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις
εφευρίσκονται από μεμονωμένους ευφυείς «μαστόρους» και «εφευρέτες» στα πίσω
δωμάτιά τους (γεμάτα με παπύρους, δοκιμαστικούς σωλήνες και πίνακες με
συγκεχυμένες σημειώσεις) και προσφέρονται στον κόσμο αποκλειστικά και μόνο για
τον προσωπικό τους πλουτισμό. Με την πραγματικότητα, φυσικά, αυτό δεν έχει
καμία σχέση. Η τεχνολογική πρόοδος προκύπτει κατά κανόνα μόνο ως αποτέλεσμα
μεγάλων επενδύσεων και πολυετούς ή και πολυδεκαετούς ερευνητικής και
αναπτυξιακής εργασίας ομάδων επιστημόνων και μηχανικών, συχνά σε αλληλεπίδραση
με την παραγωγή. Σε πολλές περιπτώσεις, απαιτούνται επιπλέον μεγάλες επενδύσεις
εκ μέρους του κράτους ή ισχυρή κρατική ευνοϊκή μεταχείριση μονοπωλιακών
επιχειρήσεων. Το ότι αυτές οι διαδικασίες, σε καπιταλιστικές συνθήκες,
καθοδηγούνται αποκλειστικά από το κίνητρο του κέρδους είναι αυτονόητο, δεν
σημαίνει όμως καθόλου ότι δεν θα μπορούσαν να οργανωθούν εξίσου αποτελεσματικά
ή και αποτελεσματικότερα με άλλα κίνητρα και άλλες κινητήριες δυνάμεις.
Προτού στραφούμε τώρα στο κυρίως αντικείμενο του κειμένου,
πρέπει να προηγηθεί μια ακόμη θεμελιώδης παρατήρηση σχετικά με τη μέθοδο, η
οποία διαφορετικά θα εμφανιζόταν ασχολίαστη σε διάφορα σημεία: Στον καθημερινό
πολιτικό λόγο, αλλά στην πραγματικότητα και σε επεξεργασίες με επιστημονικές
αξιώσεις
(συμπεριλαμβανομένου του Kornai), είναι σύνηθες να
«αποδεικνύεται» η υποτιθέμενη κατωτερότητα της σχεδιασμένης οικονομίας μέσω
άμεσων συγκρίσεων ανάμεσα σε καπιταλιστικές και σοσιαλιστικές χώρες. Αυτές οι
συγκρίσεις υποτίθεται ότι δείχνουν ότι οι σοσιαλιστικές χώρες εμφάνιζαν
χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο, τεχνολογική υστέρηση και γενικά μικρότερη κοινωνική
ευημερία από τις καπιταλιστικές χώρες. Τακτικά συγκρίνονται μεταξύ τους χώρες
που βρίσκονταν —και βρίσκονταν ήδη κατά την έναρξη της σοσιαλιστικής οικοδόμησης—
σε εντελώς διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεών τους. Με αυτή
τη «μέθοδο» μπορεί κανείς έπειτα να διαπιστώνει θριαμβευτικά ότι η Βουλγαρία τη
δεκαετία του 1980 είχε χαμηλότερο επίπεδο κατανάλωσης από την Ιαπωνία, ότι η
Κούβα είναι φτωχότερη από τη Σουηδία και ότι ακόμη και η ΛΔΓ είχε χαμηλότερη
παραγωγικότητα εργασίας από την ΟΔΓ. Θα έπρεπε στην πραγματικότητα να είναι
αυτονόητο γιατί τέτοιες συγκρίσεις δεν είναι μόνο εντελώς ανούσιες, αλλά και
στον ύψιστο βαθμό διανοητικά ανέντιμες. Δυστυχώς, το επίπεδο τέτοιων συζητήσεων
(ακόμη και στον ακαδημαϊκό χώρο) είναι συνήθως τόσο χαμηλό, ώστε παρ’ όλα αυτά
φαίνεται αναγκαίο να γραφτούν μερικά περισσότερα επ’ αυτού. Γιατί, λοιπόν, η
μέθοδος της άμεσης σύγκρισης είναι τόσο εντελώς άχρηστη και παραπλανητική;
Είναι γεγονός ότι όλες οι σοσιαλιστικές χώρες άρχισαν την
οικοδόμηση του σοσιαλισμού υπό συνθήκες που, σε σύγκριση με τις προαναφερθείσες
καπιταλιστικές χώρες, ήταν πολύ δυσμενείς. Οι μπολσεβίκοι νίκησαν το 1917 σε
μια υπανάπτυκτη αγροτική χώρα, με μόνο λίγες βιομηχανικές νησίδες στις μεγάλες
πόλεις, με έναν εντελώς αμόρφωτο πληθυσμό που στην πλειονότητά του ήταν
αγροτικός, και με μια γεωργία που σε πολλά μέρη είχε εξελιχθεί ελάχιστα
τεχνολογικά επί αιώνες. Επιπλέον, η χώρα είχε εξαντληθεί από τον χαμένο Πρώτο
Παγκόσμιο Πόλεμο, καταστράφηκε ακόμη περισσότερο από τον εμφύλιο πόλεμο και την
ξένη ιμπεριαλιστική επέμβαση την περίοδο 1918-21 και, τέλος, βίωσε στον Δεύτερο
Παγκόσμιο Πόλεμο έναν πόλεμο εξόντωσης που δύσκολα βρίσκει όμοιό του στην
ιστορία της ανθρωπότητας. Έτσι, η Σοβιετική Ένωση ξεκίνησε το 1945, ως μια
κατεστραμμένη και εξουθενωμένη χώρα, η οποία είχε αρχίσει τη βιομηχάνισή της
μόλις περίπου 15 χρόνια νωρίτερα, προτού αυτή διακοπεί από τον πόλεμο, έναν
Ψυχρό Πόλεμο απέναντι στις ΗΠΑ, την κυρίαρχη βιομηχανική και χρηματοπιστωτική
δύναμη του κόσμου. Καθώς αμέσως μετά το τέλος του πολέμου τα δυτικά
ιμπεριαλιστικά κέντρα άρχισαν να σχεδιάζουν έναν επιθετικό πόλεμο κατά της
Σοβιετικής Ένωσης[7], οι
ΗΠΑ διέθεταν το μονοπώλιο των πυρηνικών όπλων και είχαν μόλις δείξει στην
Ιαπωνία ότι δεν είχαν κανέναν ενδοιασμό να τα χρησιμοποιήσουν, η Σοβιετική
Ένωση εξαναγκάστηκε να επενδύσει εκ νέου τεράστιους πόρους στον εξοπλισμό και
σε ένα πυρηνικό πρόγραμμα, ώστε να αποτρέψει μια νέα εχθρική εισβολή και έναν
Τρίτο, ακόμη πιο καταστροφικό, παγκόσμιο πόλεμο.
Ο οικονομικός ιστορικός Robert Allen δείχνει στην
εξαιρετική και πλούσια σε στοιχεία ανάλυσή του για τη σοβιετική οικονομία ότι
ένα από τα κύρια αίτια των αυξανόμενων οικονομικών προβλημάτων της Σοβιετικής
Ένωσης από τη δεκαετία του 1970 και έπειτα βρισκόταν στην τεράστια επιβάρυνση
από την κούρσα των εξοπλισμών —πλάι σε άλλους παράγοντες, όπως η εξάντληση
ορισμένων κοιτασμάτων πρώτων υλών, η υπερβολικά χαμηλή πληθυσμιακή αύξηση, που
οδήγησε σε έλλειψη εργατικού δυναμικού, και οι λανθασμένες επενδυτικές αποφάσεις[8]. Ας
σταθούμε, ενδεικτικά, μόνο σε αυτόν τον έναν παράγοντα: Σύμφωνα με υπολογισμούς
της CIA, η Σοβιετική Ένωση δαπανούσε την περίοδο 1966–70 ετησίως το 12% του ΑΕΠ
της για εξοπλισμούς και την περίοδο 1981-85 ακόμη και το 16%[9] – για
λόγους σύγκρισης: ακόμη και με ένα χωρίς προηγούμενο πρόγραμμα επανεξοπλισμού,
οι στρατιωτικές δαπάνες της
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας το 2024 ανέρχονταν
«μόλις» στο 2,1%[10].
Αυτό απέσπασε τεράστιους πόρους από την πολιτική
βιομηχανία, όπου πλέον έλειπαν για επενδύσεις – έτσι ο Ball υποστηρίζει ότι τα
συχνά επικαλούμενα υψηλά ποσοστά επενδύσεων στη σοβιετική βιομηχανία ήταν στην
πραγματικότητα μια στατιστική ψευδαίσθηση, επειδή η σοβιετική στατιστική δεν
διαχώριζε καθαρά τις πολιτικές από τις στρατιωτικές επενδύσεις και ένα
σημαντικό μέρος των υποτιθέμενων πολιτικών επενδύσεων ήταν στην πραγματικότητα
μη παραγωγικές στρατιωτικές δαπάνες[11]. Κατά
τον Allen, η πιο αρνητική συνέπεια ήταν ότι πόροι διοχετεύονταν από την
πολιτική έρευνα στη στρατιωτική: κυρίως τεχνικό προσωπικό, το οποίο έτσι δεν
ήταν πλέον διαθέσιμο στον πολιτικό τομέα, αλλά και επενδύσεις σε μηχανολογικό
εξοπλισμό. Ακόμη και οι πολιτικοί κλάδοι υψηλής προτεραιότητας υπέφεραν,
συνεπώς, από απαρχαιωμένες εγκαταστάσεις, έλλειψη τεχνικού εξοπλισμού και
ανεπαρκώς εκπαιδευμένο προσωπικό. Το ότι η οικονομική ανάπτυξη μειώθηκε από τη
δεκαετία του 1960 έως το 1985 οφειλόταν, κατά τον Allen, σε ποσοστό μεγαλύτερο
του μισού στην επιβάρυνση από τον στρατιωτικό τομέα[12].
Οι υψηλές στρατιωτικές δαπάνες ασφαλώς δεν οδήγησαν
αναγκαστικά στην αποτυχία του σοσιαλισμού. Περιόρισαν όμως σημαντικά το
περιθώριο ανάπτυξης του σοσιαλισμού και είχαν ως αποτέλεσμα οι λανθασμένες
αποφάσεις, που λαμβάνονταν μέσα σε ήδη υπάρχουσες πιέσεις, να έχουν
μακροπρόθεσμα καταστροφικές συνέπειες και να υπονομεύουν το σύστημα. Υπό αυτές
τις εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες και τις διαρκείς επιβαρύνσεις, θα ήταν πολύ
δύσκολο, ακόμη και χωρίς λάθη στην οικονομική πολιτική, να φτάσει οικονομικά
τις ηγετικές χώρες του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου.
Σε παρόμοιο βαθμό, και εν μέρει ακόμη πιο έντονα, ισχύει
αυτό το επιχείρημα και για τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες, ακόμη και για εκείνες
που πριν από την έναρξη της σοσιαλιστικής φάσης ήταν οι πιο οικονομικά
αναπτυγμένες (ΛΔΓ, Τσεχοσλοβακική Σοσιαλιστική Δημοκρατία[13]). Αν
ληφθούν υπόψη όλες αυτές οι προϋποθέσεις, δεν μπορεί ασφαλώς να γίνει συνολικά
λόγος για οικονομική αποτυχία των σοσιαλιστικών χωρών του 20ού αιώνα[14].
2. Μπορεί να λειτουργήσει μια οικονομία χωρίς τιμές αγοράς;
Από τότε που ο στόχος μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας και
οικονομίας διατυπώθηκε από τους θεμελιωτές του επιστημονικού σοσιαλισμού, οι
αστοί επικριτές ύψωναν τις αντιρρήσεις τους απέναντι στη δυνατότητα μιας
κεντρικής σοσιαλιστικής οικονομικής σχεδίασης. Ούτε και η νικηφόρα Οκτωβριανή
Επανάσταση του 1917 μπόρεσε αρχικά να φιμώσει αυτές τις φωνές, καθώς η κεντρική
σχεδιασμένη οικονομία στη Σοβιετική Ένωση εγκαθιδρύθηκε μόλις στα τέλη της
δεκαετίας του 1920. Η περίφημη «συζήτηση για τον σοσιαλιστικό υπολογισμό» (γνωστή
διεθνώς ως socialist calculation debate)
διεξήχθη, επομένως, κατά τη δεκαετία του 1920 και ακόμη και του 1930, την ώρα
που ο σοσιαλισμός οικοδομούνταν ήδη στην πράξη.
Αντικείμενό της ήταν το ερώτημα: Είναι δυνατές
αποτελεσματικές οικονομικές αποφάσεις σε ένα οικονομικό σύστημα που δεν
στηρίζεται στον ανταγωνισμό μεταξύ επιχειρήσεων, αλλά στον κεντρικό σχεδιασμό;
Οι πιο διάσημοι συμμετέχοντες στη συζήτηση ήταν, από την
πλευρά των αντιπάλων του σοσιαλισμού, οι δύο Αυστριακοί οικονομολόγοι Ludwig
von Mises και Friedrich August von Hayek. Ο Mises, με το διάσημο πλέον άρθρο
του του 1920 («Ο οικονομικός υπολογισμός στην σοσιαλιστική κοινότητα»), και
αργότερα ο Hayek, προσπάθησαν να αποδείξουν ότι ένα σοσιαλιστικό οικονομικό
σύστημα δεν είναι δυνατό ή, στη μεταγενέστερη και μετριασμένη εκδοχή της
επιχειρηματολογίας, ότι οδηγεί αναγκαστικά σε αναποτελεσματικότητα και ανορθολογικές
αποφάσεις. Από την άλλη πλευρά της συζήτησης, η πιο γνωστή συμβολή, που
επιδίωκε να αποδείξει τη δυνατότητα ορθολογικού οικονομικού υπολογισμού στη
βάση της συλλογικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, προήλθε από τον Πολωνό
οικονομολόγο Oskar Lange. Ο Lange δεν ήταν μαρξιστής, αλλά οπαδός της
νεοκλασικής σχολής των οικονομικών επιστημών. Ταυτόχρονα, όμως, σε άμεση
αντίθεση με την πρόθεση αυτής της θεωρίας, ήταν πολιτικά αποφασισμένος
αντίπαλος του καπιταλισμού και ήθελε να αξιοποιήσει τα εργαλεία της νεοκλασικής
θεωρίας για την κατασκευή μιας σοσιαλιστικής οικονομίας.
Δεν θα παρουσιάσουμε εδώ την εξέλιξη της συζήτησης για τον
υπολογισμό. Θα εξετάσουμε, όμως, τα επιχειρήματά της σε συνοπτική μορφή —
αφενός, επειδή αποτελούν ακόμη το επίπεδο πάνω στο οποίο κινείται ένα μεγάλο
μέρος των σημερινών συζητήσεων· αφετέρου, όμως, και επειδή η συζήτηση, μολονότι
τη θεωρούμε σε πολλά σημεία ανεπαρκή ή και παραπλανητική, θέτει παρ’ όλα αυτά
διάφορα πραγματικά προβλήματα και μια σύνοψή της ίσως διευκολύνει την
προσέγγιση μιας κατανόησης των σύνθετων ζητημάτων που έχουμε μπροστά μας.
Τα κεντρικά επιχειρήματα στον Mises: έλλειψη βάσης σύγκρισης και
προβλήματα υπολογισμού
Αν συνοψίσουμε τη συζήτηση, μπορούμε να εντοπίσουμε, από
την πλευρά των αντισοσιαλιστών οικονομολόγων, τέσσερα κεντρικά επιχειρήματα με
τα οποία επιχείρησαν να αποδείξουν την ανυπαρξία εναλλακτικής απέναντι στις
τιμές της αγοράς και, άρα, στον ίδιο τον καπιταλισμό. Αυτά τα επιχειρήματα θα
τα παρουσιάσουμε πρώτα, ώστε σε δεύτερο βήμα να ελέγξουμε τη βασιμότητά τους:
Για τον Mises, μια οικονομία που επιδιώκει αποτελεσματικότητα και εξοικονόμηση
πόρων είναι δυνατή μόνο στη βάση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής
και της ανταλλαγής εμπορευμάτων για τους εξής λόγους: Πρώτον, χωρίς τιμές
αγοράς, υποστηρίζει ο Mises, απουσιάζει απλώς μια ενιαία μονάδα βάσει της
οποίας οι σοσιαλιστές σχεδιαστές θα μπορούσαν να συγκρίνουν μεταξύ τους τα
διαφορετικά αγαθά και να ελέγχουν ή να επιδιώκουν την αποτελεσματικότητα.
Δεύτερον, ο Mises αντιτάσσει στη θέση του Marx, σύμφωνα με την οποία μια
σοσιαλιστική οικονομία πρέπει να υπολογίζει στη βάση του χρόνου εργασίας, ότι
χωρίς αγορά είναι αδύνατη η σύγκριση εργασιών διαφορετικής ποιότητας και
έντασης. Πρόκειται στην πραγματικότητα περισσότερο για ένα ειδικό παράδειγμα
του πρώτου επιχειρήματος, το οποίο όμως αξίζει ξεχωριστή εξέταση. Τρίτον, σε
μια σχεδιασμένη οικονομία που υπολογίζει με χρόνο εργασίας λαμβάνεται υπόψη ως
σπάνιο αγαθό μόνο η εργατική δύναμη, ενώ με όλα τα άλλα αγαθά θα επικρατούσε
αναγκαστικά σπάταλη διαχείριση. Τέταρτον, τέλος, ένα οικονομικό σύστημα δεν
μπορεί σε καμία περίπτωση να παραιτηθεί από τη λειτουργία των τιμών ως οχήματος
πληροφορίας. Ο Mises αναφέρεται εδώ κυρίως στη λειτουργία των τιμών να
εκφράζουν τις ανάγκες των καταναλωτών. Ο Hayek διατύπωσε αργότερα το πρόβλημα
πιο συνολικά ως πρόβλημα πληροφόρησης εν γένει και μετέθεσε το επίκεντρο της
συζήτησης σε αυτό ακριβώς το ζήτημα.
Προτού ασχοληθούμε σύντομα με την απάντηση του Lange και
έπειτα πιο εκτενώς με τις δικές μας ενστάσεις απέναντι σε αυτά τα επιχειρήματα,
είναι χρήσιμο, για λόγους καλύτερης κατανόησης, να αναπτύξουμε πρώτα αυτά τα
τέσσερα σημεία.
Ο Mises υποστήριξε στην αρχή της συζήτησης ότι, σε μια
σοσιαλιστική οικονομία με κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, δεν υπάρχει
κανένα μέτρο βάσει του οποίου να μπορούν να συγκριθούν μεταξύ τους τα διάφορα
αγαθά. Ας δώσουμε τον λόγο στον ίδιο τον Mises, για να δούμε πώς μιλά για τα
δήθεν άλυτα προβλήματα μπροστά στα οποία θα έπρεπε να βρίσκεται ένας
σοσιαλιστικός οικονομικός σχεδιασμός:
«Μέσα στην αδιάκοπη
κινητικότητα αυτής της διαδικασίας, όμως, η οικονομική διεύθυνση στερείται κάθε
δυνατότητας να προσανατολιστεί. Δεν μπορεί να διαπιστώσει αν το ημιτελές
προϊόν, στη διαδρομή που πρέπει να ακολουθήσει, καθυστερείται άσκοπα, αν για
την ολοκλήρωσή του σπαταλώνται εργασία και υλικά. Ποια δυνατότητα θα είχε να
μάθει αν αυτός ή εκείνος ο τρόπος παραγωγής είναι ο πιο συμφέρων; Το πολύ-πολύ
μπορεί να συγκρίνει την ποιότητα και την ποσότητα του τελικού, έτοιμου προς
κατανάλωση αποτελέσματος της παραγωγής· όμως μόνο στις σπανιότερες περιπτώσεις
θα είναι σε θέση να συγκρίνει τη δαπάνη που έγινε κατά την παραγωγή. Γνωρίζει
ακριβώς ποιοι είναι οι στόχοι προς τους οποίους πρέπει να τείνει η οικονομική
της διεύθυνση ή τουλάχιστον πιστεύει ότι το γνωρίζει, και πρέπει να ενεργήσει
ανάλογα, δηλαδή να επιτύχει τους επιδιωκόμενους στόχους με τη μικρότερη δυνατή
δαπάνη. Για να βρεθεί ο φθηνότερος δρόμος, πρέπει να γίνει υπολογισμός. Αυτός ο
υπολογισμός μπορεί φυσικά να είναι μόνο υπολογισμός αξίας· είναι αυτονόητο και
δεν χρειάζεται ιδιαίτερη αιτιολόγηση ότι δεν μπορεί να είναι τεχνικός, δεν
μπορεί να στηρίζεται στην αντικειμενική αξία χρήσης (ωφελιμιστική αξία) των
αγαθών και των υπηρεσιών.»[15]
Συνοπτικά: Για να μπορεί να ληφθεί μια λογική απόφαση
ανάμεσα σε διαφορετικές εναλλακτικές, που αποσκοπεί στην εξοικονόμηση εργατικής
δύναμης και άλλων πόρων,
δεν αρκεί να υπολογίζει κανείς μόνο με υλικές ποσότητες
(π.χ. 50 τόνοι ελασματοποιημένου χάλυβα, 3,5 χλμ. οδοντικού νήματος, 1479
αυτοκίνητα), αλλά χρειάζεται ένα μέγεθος που να καθιστά συγκρίσιμα μεταξύ τους
διαφορετικά αγαθά και εργασιακές διαδικασίες. Και δεύτερον: Αυτό το μέγεθος
μπορεί να είναι μόνο η αξία και η έκφρασή της σε τιμές και χρήμα.
Η πρώτη από τις δύο αυτές διαπιστώσεις είναι προφανώς
σωστή: Για να μπορεί κανείς να προσδιορίσει καθόλου την αποδοτικότητα, πρέπει
να αξιολογεί διαφορετικά αγαθά και διαφορετικές εργασίες. Χωρίς οποιοδήποτε
γενικό μέτρο, δεν είναι δυνατό να εξακριβωθεί ποιο από δύο εργοστάσια που
παράγουν λαμπτήρες λειτουργεί αποδοτικότερα. Υλικές ποσότητες, όπως ο αριθμός
των παραγόμενων λαμπτήρων, το μέγεθος ή το βάρος τους, δεν λένε τίποτα γι’
αυτό. Αν λοιπόν στον σοσιαλισμό δεν υπάρχει ανταλλαγή εμπορευμάτων που να μεσολαβείται
από την αξία και τις τιμές, δηλαδή από χρηματικές εκφράσεις, τότε πρέπει να
βρεθεί μια άλλη μέθοδος που να καθιστά συγκρίσιμες μεταξύ τους διαφορετικές
εργασίες. Αν αυτή η μέθοδος δεν υπήρχε, ο παραγωγικός σχεδιασμός θα ήταν
αναγκαστικά συνδεδεμένος με τεράστια σπατάλη: Δεν θα υπήρχε τρόπος να ελεγχθεί
αν, για την παραγωγή ενός προϊόντος, είναι προτιμότερη η μέθοδος Α ή η μέθοδος
Β· αν πρέπει να χρησιμοποιείται το προϊόν Α ή το υποκατάστατο προϊόν Β· ή αν οι
ηλεκτρικές καλωδιώσεις είναι προτιμότερο να κατασκευάζονται από χαλκό ή από
χρυσό.
Η δεύτερη θέση του Mises, ότι αυτό δεν είναι δυνατό και ότι
οι τιμές της αγοράς είναι συνεπώς αναπόφευκτες, είναι εκείνη γύρω από την οποία
περιστράφηκε κυρίως η συζήτηση για τον σοσιαλιστικό υπολογισμό. Η λογιστική
βάση της σοσιαλιστικής οικονομίας που προέβλεπαν ήδη ο Marx και, στη σύγχρονη
εποχή, οι Cockshott και Cottrell, είναι ο μέσος αφηρημένος (!) χρόνος εργασίας
που ενσωματώνεται στα διάφορα προϊόντα. Θα πρέπει λοιπόν να εξεταστεί αν αυτή
αποτελεί πράγματι μια πρακτικά εφαρμόσιμη πρόταση: Είναι ο χρόνος εργασίας που
απαιτείται για την παραγωγή ενός πράγματος ένα λογικό μέτρο για τη σύγκριση
αγαθών; Θα έπρεπε να είναι το μοναδικό μέτρο στο οποίο προσανατολίζεται ο
σχεδιασμός της παραγωγής; Και είναι καθόλου πρακτικά εφικτό να προσδιορίζονται
οι χρόνοι εργασίας που ενσωματώνονται σε εκατομμύρια αγαθά και μεταβάλλονται
διαρκώς;
Ο Mises επιχειρεί επιπλέον να αποδείξει την αδυναμία ενός
οικονομικού σχεδιασμού που στηρίζεται στον χρόνο εργασίας, εφαρμόζοντας το
πρώτο του επιχείρημα —ότι χωρίς καπιταλιστικές τιμές αγοράς τα αγαθά δεν είναι
συγκρίσιμα μεταξύ τους— σε μια ειδική περίπτωση, δηλαδή στην ίδια την εργατική
δύναμη. Το επιχείρημά του είναι το εξής: Ο χρόνος εργασίας δεν αποτελεί λογικό
μέτρο σύγκρισης για διαφορετικά προϊόντα εργασίας, επειδή και οι ίδιες οι
εργασίες είναι διαφορετικές: Η εργασία ενός οικοδόμου δεν μπορεί να εξισωθεί με
εκείνη ενός μηχανικού, επειδή ο δεύτερος χρειάστηκε να αποκτήσει πολύ πιο
σύνθετες γνώσεις προτού μπορέσει να την ασκήσει[16]. Ο
σοσιαλισμός, λέει, θα έπρεπε λοιπόν απλώς να ορίσει αυθαίρετα μια σχέση
μετατροπής ανάμεσα στις διαφορετικές εργασίες, γεγονός που θα καθιστούσε
αδύνατο έναν ορθολογικό οικονομικό υπολογισμό.
Και αυτή η διαπίστωση είναι προφανώς σωστή — και μια
σοσιαλιστική οικονομία δεν μπορεί να αξιολογεί με τον ίδιο τρόπο, στον
σχεδιασμό της, εργατικές δυνάμεις με διαφορετικά προσόντα. Μπορεί βέβαια μέσα
σε ορισμένα όρια να είναι πολιτικά λογικό όλα τα μέλη της κοινωνίας να ασκούν
και χειρωνακτικές εργασίες, ώστε να ενισχύεται η σύνδεση ανάμεσα στη διανόηση
και τους χειρώνακτες εργάτες. Από οικονομική άποψη όμως είναι φυσικά σπατάλη να
ανατίθεται μια μηχανικός διαστημικής στη συγκομιδή φραουλών — και αυτό έχει
τόσο μεγαλύτερη βαρύτητα όσο οι καλά εκπαιδευμένες εργατικές δυνάμεις
παραμένουν ακόμη σπάνιες. Το αν αυτή η συνθήκη αποτελεί πράγματι επιχείρημα
ενάντια στη δυνατότητα της κεντρικής σχεδιασμένης οικονομίας, μένει όμως να
εξεταστεί.
Το τρίτο επιχείρημα: Αν ο χρόνος εργασίας είναι το μέτρο
της αποδοτικότητας, τότε όλες οι οικονομικοπολιτικές αποφάσεις στοχεύουν μόνο
στην εξοικονόμηση εργατικής δύναμης. Οι σχεδιαστές θα επιδίωκαν λοιπόν στον
σοσιαλισμό μόνο να μειώσουν την εργασία που απαιτείται στη διαδικασία παραγωγής
μέσω νέων τεχνολογιών ή μηχανοποίησης, ενώ στόχοι όπως η μείωση της κατανάλωσης
υλικών, των περιβαλλοντικά επιβλαβών εκπομπών, η βελτίωση της ποιότητας των
προϊόντων κ.ο.κ. δεν θα έπαιζαν κανέναν ρόλο — και φυσικά ο Mises αμφισβητεί,
για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν, ακόμη και το αν η σχεδιασμένη οικονομία θα
ήταν σε θέση να επιδιώξει αποτελεσματικά την αύξηση της παραγωγικότητας της
εργασίας.
Το συμπέρασμά του: «Κάθε
οικονομική μεταβολή μετατρέπεται έτσι στη σοσιαλιστική κοινότητα σε μια
επιχείρηση της οποίας η επιτυχία δεν μπορεί ούτε εκ των προτέρων να εκτιμηθεί
ούτε εκ των υστέρων να διαπιστωθεί αναδρομικά. Όλα εδώ προχωρούν στα τυφλά. Ο
σοσιαλισμός είναι η κατάργηση της ορθολογικότητας της οικονομίας.»[17] — μια
«ορθολογική», δηλαδή μια οικονομία που στοχεύει στη μέγιστη δυνατή χρησιμότητα
και στην αποφυγή της σπατάλης, θα ήταν συνεπώς στον σοσιαλισμό κατ’ αρχήν
αδύνατη.
Το επιχείρημα του Hayek: Οι τιμές είναι αναγκαία οχήματα μεταβίβασης
πληροφοριών
Το τέταρτο επιχείρημα, τέλος, αφορά τη λειτουργία των τιμών
της αγοράς ως μέσου μεταβίβασης πληροφοριών: Η σπανιότητα και η αφθονία στην
προσφορά ενός εμπορεύματος, όπως και η αυξανόμενη ή μειούμενη ζήτηση γι’ αυτό,
εκφράζονται σε μεταβολές των τιμών. Έτσι, οι συμμετέχοντες στην αγορά μπορούν
να αντλούν άμεσα από τις κινήσεις των τιμών τις ουσιώδεις πληροφορίες που
χρειάζονται για τη δράση τους, χωρίς να χρειάζεται να γνωρίζουν συγκεκριμένα
οτιδήποτε για τα αίτια αυτών των μεταβολών.
Ενώ αυτό το επιχείρημα παίζει ρόλο ήδη και στον Mises, ήταν
κυρίως ο Hayek εκείνος που, στην κατοπινή πορεία της συζήτησης για τον
υπολογισμό, έφερε αυτή την όψη στο επίκεντρο της επίθεσης κατά του σοσιαλισμού.
Ο Hayek, σε αντίθεση με τους περισσότερους φιλελεύθερους και αντισοσιαλιστές
οικονομολόγους, δεν ήταν οπαδός της νεοκλασικής θεωρίας. Η νεοκλασική θεωρία
καλλιεργούσε ουτοπικές αντιλήψεις για την αγορά ως έναν αξιόπιστο,
αυτορρυθμιζόμενο θεσμό, που θα έτεινε αυτόματα σε μια ισορροπία ανάμεσα στην
προσφορά και τη ζήτηση. Δεν είναι εδώ ο τόπος να ασκηθεί κριτική στις πολλές
εσφαλμένες παραδοχές αυτής της θέσης. Για την κατανόηση όμως της
επιχειρηματολογίας του Hayek είναι σημαντική η δική του, γραμμένη μάλιστα από
μια ριζικά φιλοκαπιταλιστική σκοπιά, κριτική προς τη νεοκλασική. Ο Hayek
επέκρινε τα μοντέλα ισορροπίας της νεοκλασικής επειδή αυτά προϋποθέτουν πάντοτε
ότι όλοι οι συμμετέχοντες στην αγορά διαθέτουν ήδη τις αναγκαίες πληροφορίες
που χρειάζονται για να λάβουν βέλτιστες αποφάσεις. Αυτό είναι πράγματι προφανώς
μια εντελώς μη ρεαλιστική παραδοχή, η οποία επιπλέον καθιστά ακατανόητο τον
μηχανισμό του καπιταλιστικού ανταγωνισμού — διότι ο ανταγωνισμός των
καπιταλιστών στηρίζεται επίσης στο ότι προσπαθούν να αποκλείσουν ο ένας τον
άλλον από τη γνώση για τις πιο αποτελεσματικές αποφάσεις (γνώση για
νεοεμφανιζόμενη ζήτηση, για ευνοϊκές ευκαιρίες επένδυσης, για βελτιωμένες
διαδικασίες παραγωγής κ.ο.κ.) και έτσι να αποκτήσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Στο σημείο αυτό μπορούμε λοιπόν να επισημάνουμε ότι η καθολική συνεργασία και
κοινωνικοποίηση της γνώσης αποτελεί μάλιστα έναν από τους λόγους για τους
οποίους η σοσιαλιστική σχεδιασμένη οικονομία έχει τη δυνατότητα να υπερέχει
έναντι του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών —
γιατί η γνώση μιας νέας τεχνολογίας, μιας νέας ανάγκης των καταναλωτών ή μιας
καλύτερης μεθόδου παραγωγής δεν θα αποτελούσε στον σοσιαλισμό το μυστικό μιας
μεμονωμένης επιχείρησης, αλλά θα διατιθόταν το ταχύτερο δυνατό σε όλες τις
επιχειρήσεις, ώστε να επιταχύνεται η πρόοδος των παραγωγικών δυνάμεων.
Ο Hayek βέβαια έβλεπε τα πράγματα διαφορετικά: θεωρεί το
ζήτημα της απόκτησης γνώσης ως αποφασιστική πρόκληση για κάθε οικονομικό
σύστημα και την αγορά ως τη μόνη αξιόπιστη μέθοδο επίλυσής της.
Η γνώση που απαιτείται για τη λήψη των παραγωγικών
αποφάσεων (π.χ. σχετικά με τη διαθεσιμότητα αγαθών ή τις ανάγκες των
καταναλωτών) δεν βρίσκεται κανονικά στα χέρια εκείνων που τη χρειάζονται, αλλά
είναι διασκορπισμένη σε ολόκληρη την κοινωνία. Η αγορά επιτελεί, σύμφωνα με τον
Hayek, το θαυματουργό έργο να συνενώνει τα αποσπάσματα γνώσης που υπάρχουν σε
διαφορετικά μυαλά παντού μέσα στην κοινωνία. Για τον Hayek, οι αγορές
λειτουργούν επομένως ως διαδικασίες ανακάλυψης, οι οποίες μεταφέρουν στα
υποκείμενα της αγοράς τις πληροφορίες που είναι διάσπαρτες στην κοινωνία, ώστε
αυτά να μπορούν να λαμβάνουν ορθολογικές οικονομικές αποφάσεις. Αυτό το
αποτέλεσμα μπορεί, κατά τον Hayek, να προκύψει μόνο με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή
μέσω του ασυνείδητου μηχανισμού των τιμών. Δεν μπορεί να παραχθεί συνειδητά,
διότι θα απαιτούσε τη γνώση ενός καθοδηγητικού πνεύματος που θα υπερέβαινε κατά
πολύ τη γνώση κάθε επιμέρους ατόμου ή ακόμη και μιας αρχής σχεδιασμού.
Πρόκειται λοιπόν για ένα πρόβλημα τέτοιας πολυπλοκότητας, που δεν μπορεί να
αντιμετωπιστεί χωρίς την αγορά[18]. Οι
τιμές θα έπαιζαν εδώ τον ρόλο του συντονισμού των επιμέρους ενεργειών των
ατόμων, χωρίς τα ίδια τα άτομα να χρειάζονται γι’ αυτό συγκεκριμένες
πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονται. Ο Hayek
παραθέτει ένα παράδειγμα που έγινε διάσημο: είτε κάπου προκύπτει μια νέα
δυνατότητα περαιτέρω επεξεργασίας μιας πρώτης ύλης όπως ο κασσίτερος και
αυξάνεται η ζήτηση γι’ αυτόν, είτε μία από τις πηγές κασσιτέρου έχει στερέψει —
και στις δύο περιπτώσεις μειώνεται η προσφορά κασσιτέρου και η τιμή του
αυξάνεται. Για το οικονομικό υποκείμενο που παράγει ή καταναλώνει κασσίτερο,
λέει, είναι αδιάφορο ποιος από τους δύο λόγους ισχύει· αρκεί να γνωρίζει ότι
πρέπει να εξοικονομήσει κασσίτερο ή ότι συμφέρει να παράγει περισσότερο από
αυτόν. Το σύστημα τιμών είναι λοιπόν για τον Hayek ένας μηχανισμός επικοινωνίας
πληροφοριών, και όσο πιο άμεσα αντιδρούν οι τιμές στις μεταβολές, τόσο καλύτερα
λειτουργεί[19]. Έτσι,
οι τιμές της αγοράς θα ήταν απολύτως αναντικατάστατες, κυρίως και για να μπορεί
κανείς να αντιδρά στις μεταβολές — η κατάρτιση ενός σχεδίου για μια στατική
οικονομία θα ήταν, κατά τον Hayek, ακόμη εφικτή, όμως μπροστά σε βραχυπρόθεσμες
αλλαγές οι σοσιαλιστές σχεδιαστές θα ήταν καταφανώς ανίσχυροι.
Ο σοσιαλισμός αποτυγχάνει λοιπόν, κατά τον Hayek, επειδή
αντικαθιστά την αγορά, αυτή την υποτιθέμενη μαγική μηχανή ανακάλυψης γνώσης, με
μια κεντρική αρχή η οποία δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι ικανή να γνωρίζει και
να επεξεργάζεται τα αναρίθμητα θραύσματα πληροφοριών που είναι γνωστά μόνο στο
σύνολο όλων των ατόμων. Οι σοσιαλιστές σχεδιαστές βρίσκονται έτσι μπροστά στο
πρόβλημα ότι διαθέτουν περιορισμένους πόρους, τους οποίους πρέπει να
κατανείμουν σε διαφορετικούς στόχους που αλληλοαποκλείονται. Αν η αρχή σχεδιασμού
έχει στη διάθεσή της ένα επενδυτικό ταμείο συγκεκριμένου ύψους, πώς θα γνωρίζει
αν πρέπει να επενδύσει στην παραγωγή περισσότερων αντιγριπικών εμβολίων, στην
κατασκευή ενός νέου εργοστασίου μικροτσίπ, στην επέκταση της γαστρονομικής
προσφοράς σε μια πόλη ή σε ένα από τα εκατομμύρια άλλα νοητά σχέδια; Ή, αν
θελήσει να επενδύσει σε όλα αυτά τα σχέδια, πώς θα κατανεμηθούν τα αντίστοιχα
μερίδια; Και ακόμη: όταν πλέον ξέρει τι ακριβώς πρέπει να χτιστεί, να επεκταθεί
και να παραχθεί, από πού θα προμηθεύονται οι εμπλεκόμενες επιχειρήσεις τις
εισροές τους, αν υπάρχουν πολλές εναλλακτικές; Πώς θα οργανώσουν με τον
καλύτερο τρόπο την παραγωγή τους;
Αυτό το επιχείρημα, μολονότι ήρθε στο επίκεντρο μόνο με τον
Hayek, δεν ήταν καινούργιο εκείνη την εποχή. Πιθανότατα διατυπώθηκε για πρώτη
φορά ήδη το 1854 από τον Hermann Heinrich Gossen, έναν κεντρικό πρόδρομο της
μέχρι σήμερα κυρίαρχης στην αστική οικονομική επιστήμη νεοκλασικής θεωρίας της
οριακής ωφέλειας, ο οποίος ήδη τότε ήθελε να αποδείξει στο νεοεμφανιζόμενο
κομμουνιστικό κίνημα το ανέφικτο των στόχων του:
«Από τις προτάσεις
που βρέθηκαν προηγουμένως σχετικά με την απόλαυση και, συνακόλουθα, σχετικά με
την άνοδο και την πτώση της αξίας κάθε πράγματος με τη μείωση και την αύξηση
της ποσότητας και του είδους του, προκύπτει επιπλέον ότι μόνο μέσω της κατοχύρωσης
της ιδιωτικής ιδιοκτησίας μπορεί να βρεθεί το μέτρο για τον καθορισμό της
ποσότητας που είναι σκόπιμο να παραχθεί από κάθε αντικείμενο κατά τρόπο
κατάλληλο στις περιστάσεις. Γι’ αυτό, η κεντρική αρχή που σχεδιάζουν οι
κομμουνιστές για την κατανομή των διαφόρων εργασιών θα έκανε πολύ σύντομα την
εμπειρία ότι ανέλαβε ένα καθήκον, του οποίου η λύση υπερβαίνει κατά πολύ τις
δυνάμεις μεμονωμένων ανθρώπων.»[20]
Ορισμένες όψεις της κριτικής που διατυπώθηκε στη συζήτηση
για τον σοσιαλιστικό υπολογισμό κατά του σοσιαλιστικού σχεδιασμού πρέπει
ασφαλώς να ληφθούν σοβαρά υπόψη: για παράδειγμα, όταν υποστηρίζεται ότι χωρίς
τιμές αγοράς θα ήταν αδύνατος ένας ορθολογικός οικονομικός υπολογισμός ή μια
λιτή μεταβίβαση των σημαντικότερων πληροφοριών. Αν ο Mises και ο Hayek είχαν
δίκιο σε αυτό, τότε θα σήμαινε ότι μια σχεδιασμένη οικονομία που υπολογίζει
αποτελεσματικά θα ήταν πράγματι αδύνατη. Και μαζί με αυτό θα ήταν αδύνατη και
μια εναλλακτική απέναντι στον καπιταλισμό, ενώ ο αγώνας για τον σοσιαλισμό θα
κυνηγούσε μάταια έναν ανέφικτο ονειρικό κόσμο, παρόμοια με ό,τι έκαναν οι
ουτοπικοί σοσιαλιστές ή εξακολουθούν να κάνουν σήμερα οι αναρχικοί.
Από τη σκοπιά του μαρξισμού προβάλλεται συχνά ως
αντεπιχείρημα ότι στο εσωτερικό των μεγάλων μονοπωλιακών ομίλων λαμβάνει ήδη
χώρα σήμερα ένας διαφοροποιημένος κεντρικός οικονομικός σχεδιασμός και ότι έτσι
η κριτική κατά της σχεδιασμένης οικονομίας έχει στην ουσία ήδη πρακτικά
διαψευστεί[21]. Το
σημείο αυτό είναι βέβαια σημαντικό για άλλες πτυχές της συζήτησης περί
σχεδιασμού, ιδίως όταν πρόκειται για ζητήματα του συγκεκριμένου σχεδιασμού και
της οργάνωσης της παραγωγής ή των αλυσίδων εφοδιασμού, όμως στο θεμελιώδες
επίπεδο στο οποίο κινούνταν η συζήτηση των δεκαετιών του 1920 και του 1930 δεν
μας πηγαίνει παραπέρα. Διότι τα καπιταλιστικά μονοπώλια σχεδιάζουν μεν
εσωτερικά μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια την παραγωγή τους, για τον οικονομικό
τους υπολογισμό όμως μπορούν να στηριχθούν σε τιμές που διαμορφώνονται στην
παγκόσμια αγορά. Και αυτές οι τιμές προκύπτουν, ακόμη και υπό τις συνθήκες του
σημερινού μονοπωλιακού καπιταλισμού, μέσω του ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων.
Το ερώτημα, επομένως, πώς μπορούν να διαμορφωθούν τιμές λογιστικού συμψηφισμού
στον σοσιαλισμό απαιτεί απάντηση, γιατί δεν θα προκύψουν δια μαγείας.
Τα προβλήματα της επεξεργασίας τεράστιων ποσοτήτων δεδομένων και της
συνοχής του σχεδίου
Για να αποδυναμωθούν τα επιχειρήματα των επικριτών του
σοσιαλισμού, πρέπει επομένως να λυθούν πολλά αλληλένδετα προβλήματα: πρέπει να
οριστεί ένας μηχανισμός που να καθιστά συγκρίσιμα μεταξύ τους εμπορεύματα και
εργασιακές διαδικασίες διαφορετικής ποιότητας· πρέπει να υπάρχει μια μέθοδος
μετατροπής της σύνθετης (δηλαδή ειδικευμένης) εργασίας σε απλή εργασία· και
τέλος πρέπει να αποδειχθεί ότι είναι δυνατό να συλλεχθούν και να επεξεργαστούν
οι τεράστιοι όγκοι δεδομένων που απαιτεί ένας κεντρικός σχεδιασμός ολόκληρης
της οικονομίας.
Η τελευταία όψη είναι μεν τεχνικής φύσης, επανέρχεται όμως
συνεχώς ως κεντρικό επιχείρημα κατά του σοσιαλισμού. Έτσι γράφει ο János
Kornai:
«Η τεράστια ποσότητα
πληροφοριών που απαιτείται για τη γραφειοκρατική συντονιστική λειτουργία
δημιουργεί από μόνη της σοβαρά προβλήματα. Η συγκέντρωση και η επεξεργασία
αυτής της τεράστιας ποσότητας πληροφοριών και ο συντονισμός που στηρίζεται πάνω
της αποτελούν ένα υπερβολικά μεγάλο και δύσκολο έργο, ώστε να μπορεί να
αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μέσω κεντρικοποιημένου σχεδιασμού και διοίκησης.»[22]
Το πρόβλημα, λέγεται, είναι ότι οι σχεδιαστές πρέπει να
λύσουν ένα τεράστιο σύστημα εξισώσεων που συνυπάρχουν παράλληλα, ώστε σε
ολόκληρη την οικονομία να μπορέσουν να εναρμονιστούν η προσφορά και η ζήτηση
για όλα τα αγαθά. Αυτό περιπλέκεται φυσικά από το γεγονός ότι αυτές οι
εξισώσεις συνδέονται εν μέρει μεταξύ τους: η ανάγκη για ένα σύνθετο προϊόν,
όπως για παράδειγμα μια ατμομηχανή, επηρεάζει άμεσα την ανάγκη για όλα τα
πρόδρομα προϊόντα που εισέρχονται στην παραγωγή της, δηλαδή για αμέτρητα
εξαρτήματα μηχανών, ηλεκτρονικά κ.ο.κ., που με τη σειρά τους αποτελούνται από
πρόδρομα προϊόντα, καθώς και για χάλυβα για το περίβλημα, βερνίκι, γυαλί,
συνθετικό δέρμα για τα καθίσματα κτλ. Στη συζήτηση για τον υπολογισμό γινόταν
γι’ αυτό συχνά λόγος για την οικονομία ως ένα «σύστημα ταυτόχρονων εξισώσεων».
Αυτό όμως αποτελεί και πάλι μεγάλη υπερβολή, διότι στην πραγματικότητα οι
περισσότερες εξισώσεις δεν συνδέονται μεταξύ τους (ή συνδέονται τόσο ασθενώς
ώστε η σύνδεση να είναι αμελητέα): για την παραγωγή υαλοπινάκων, για
παράδειγμα, δεν χρειάζεται οδοντόκρεμα ούτε ξυλομπογιές. Αυτό είναι, όπως θα
δούμε αργότερα (κατά την παρουσίαση της σύλληψης των Cockshott και Cottrell),
πολύ σημαντικό για τη δυνατότητα υπολογισμού ενός εθνικοοικονομικού σχεδίου. Αν
η οικονομία ήταν πράγματι ένα σύστημα πολλών εκατομμυρίων αδιάσπαστα
αλληλοσυνδεδεμένων εξισώσεων, ο υπολογισμός ενός σχεδίου για ολόκληρη την
εθνική οικονομία θα ήταν κατά πολλές τάξεις μεγέθους πιο πολύπλοκος απ’ ό,τι
είναι στην πραγματικότητα.
Για τον Kornai και πολλούς άλλους αντιπάλους του
σοσιαλισμού είναι δεδομένο ότι ακόμη και ένας ισχυρός υπολογιστής θα ήταν
υπερφορτωμένος μπροστά σε αυτές τις τάξεις πολυπλοκότητας με σχέσεις εξάρτησης
ανάμεσα σε εκατομμύρια διαφορετικά εμπορεύματα. Αυτό το καθήκον σχεδιασμού,
λέει ο Kornai, θα ήταν επομένως θεωρητικά επιλύσιμο μόνο αν υπήρχε άπειρος
χρόνος και άπειροι πόροι. Στην πράξη όμως, η περίοδος σχεδιασμού είναι φυσικά
πάντοτε περιορισμένη και κάποια στιγμή το σχέδιο πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή.
Γι’ αυτό η διαδικασία σχεδιασμού θα έπρεπε στην πράξη πάντα να διακόπτεται σε
κάποιο αυθαίρετο σημείο, προτού το σχέδιο έχει πραγματικά ολοκληρωθεί και
καταρτιστεί με συνέπεια. Αυτές οι ασυνέπειες, δηλαδή τα σημεία συμφόρησης στον
εφοδιασμό με ορισμένα αγαθά και η υπερπαραγωγή άλλων αγαθών, θα εμφανίζονταν
συνεχώς κατά τη διάρκεια της υλοποίησης του σχεδίου και θα απαιτούσαν
αυτοσχέδιες λύσεις ad hoc. Αυτές οι λύσεις θα οδηγούσαν με τη σειρά τους σε νέα
προβλήματα, επειδή αλλάζουν τις αναλογίες της οικονομίας (για παράδειγμα, όταν
ένα σημείο συμφόρησης σε ένα συγκεκριμένο προϊόν αντιμετωπίζεται με τη γρήγορη
δημιουργία νέων παραγωγικών δυνατοτήτων, που όμως εξαρτώνται και πάλι από
προκατασκευασμένα προϊόντα), πράγμα που με τη σειρά του προκαλεί προβλήματα σε άλλα
σημεία, αφού όλα τα μέρη του σχεδίου συνδέονται μεταξύ τους[23].
Επειδή το σχέδιο μπορεί να είναι συνεπές μόνο ως σύνολο και
κάθε μεταβολή θέτει υπό αμφισβήτηση αυτή τη συνέπεια, το σχέδιο θα γινόταν
λοιπόν και άκαμπτο. Θα ήταν δύσκολο να αντιδράσει κανείς σε απρόβλεπτες
αρνητικές ή θετικές εξελίξεις (π.χ. μια φυσική καταστροφή, η εφεύρεση μιας νέας
τεχνολογίας ή ενός νέου προϊόντος), αν αυτές δεν είχαν προβλεφθεί στο αρχικό
σχέδιο.[24]
Ας εξετάσουμε τώρα διαδοχικά τα σημεία της κριτικής.
Πώς μπορούν στον σοσιαλισμό να συγκριθούν μεταξύ τους διαφορετικές
εργασίες και διαφορετικά προϊόντα εργασίας;
Πρώτα απ’ όλα, στο πιο θεμελιώδες: στον ισχυρισμό ότι χωρίς
τιμές αγοράς η σύγκριση προϊόντων εργασίας δεν θα ήταν καθόλου δυνατή. Αν αυτό
ίσχυε, τότε μια σοσιαλιστική οικονομία θα ήταν πράγματι αδύνατη, αφού και στους
σοσιαλιστές σχεδιαστές δεν θα υπήρχε κανένα κριτήριο αποτελεσματικότητας βάσει
του οποίου θα μπορούσαν να προσανατολίζουν τις αποφάσεις του σχεδιασμού τους.
Ευτυχώς όμως, η επιχειρηματολογία του Mises στέκεται πάνω
σε εξαιρετικά σαθρά θεμέλια. Ούτε ο ίδιος ούτε οι οπαδοί του κατόρθωσαν ποτέ να
αποδείξουν αυτό που ισχυρίζεται — ότι δεν υπάρχει εναλλακτική στις τιμές της
αγοράς. Τουλάχιστον στη πολύ ευρεία μορφή με την οποία ο Mises διατυπώνει τους
ισχυρισμούς του, πρέπει να θεωρήσουμε τη θέση του σαφώς διαψευσμένη από την
ίδια την πράξη: όταν ισχυρίζεται ότι μια «ορθολογική» οικονομία δεν είναι
δυνατή στον σοσιαλισμό, τότε οι επιτυχίες της σοβιετικής σχεδιασμένης
οικονομίας, που εγκαθιδρύθηκε μόλις λίγα χρόνια αργότερα, απέδειξαν τουλάχιστον
ότι είναι κατ’ αρχήν δυνατό να επιτευχθούν τεράστιες αυξήσεις της
παραγωγικότητας σε μια εθνική οικονομία μέσω κεντρικού οικονομικού σχεδιασμού.
Με αυτό δεν αρνούμαστε ότι υπήρξαν και λανθασμένες κατασκευές στον σχεδιασμό,
ότι υπήρξαν σπατάλες, ελλείψεις ή υπερπαραγωγή. Παρ’ όλα αυτά ήταν προφανώς
κατ’ αρχήν δυνατό, με βάση την κατανάλωση υλικών και την παραγωγική απόδοση, να
μετρώνται βελτιώσεις στην αποτελεσματικότητα και να τίθενται ως στόχος μέσα στα
σχέδια.
Ιδίως μετά το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης αναπτύχθηκε
επιπλέον μια συζήτηση γύρω από τη λογιστική σε χρόνο εργασίας ως βάση του
κεντρικού οικονομικού σχεδιασμού, η οποία τα τελευταία χρόνια απέκτησε σημασία
και με γερμανόγλωσσες εκδόσεις[25].
Στους σημαντικότερους εκπροσώπους αυτής της προσέγγισης,
τον Paul Cockshott και τον Allin Cottrell, καθώς και στα προβλήματα των μέχρι
σήμερα συλλήψεών τους, θα επανέλθουμε παρακάτω σε αυτό το κείμενο.
Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, μπορούμε ήδη σε αυτό το σημείο
να πούμε ότι η λογιστική σε χρόνο εργασίας προσβάλλει σε θεμελιώδες επίπεδο
τους ισχυρισμούς του Mises και των οπαδών του: η βασική ιδέα συνίσταται στο ότι
σε όλα τα παραγόμενα αγαθά ενσωματώνεται ανθρώπινη εργασία, η οποία μπορεί να
ποσοτικοποιηθεί με βάση τον χρόνο εργασίας που δαπανήθηκε. Στον καπιταλιστικό
τρόπο παραγωγής, η ανταλλαγή των αγαθών στην αγορά ως εμπορευμάτων καθορίζεται
τελικά από τον νόμο της αξίας, πράγμα που σημαίνει ότι ο κοινωνικά αναγκαίος
κατά μέσο όρο χρόνος εργασίας για την παραγωγή ενός εμπορεύματος καθορίζει, εν
τέλει, τη σχέση ανταλλαγής του προς άλλα εμπορεύματα και συνεπώς και την τιμή
του. Στον σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής δεν λαμβάνει χώρα ανταλλαγή
εμπορευμάτων, παρ’ όλα αυτά όμως ο χρόνος εργασίας που ενσωματώνεται στα αγαθά
μπορεί να χρησιμεύσει ως μέτρο σύγκρισης, ώστε αυτά να συγκρίνονται μεταξύ
τους, παρότι ως προς τις συγκεκριμένες ιδιότητές τους ενδέχεται κατά τα άλλα να
μην έχουν το παραμικρό κοινό· επιπλέον όμως αποτελεί και άμεσο μέτρο της
παραγωγικότητας της εργασίας, δηλαδή δείχνει άμεσα σε ποιο βαθμό τεχνολογίες,
τεχνικές ή νέες μορφές οργάνωσης της εργασίας που εξοικονομούν εργασία
βελτιώνουν τη διαδικασία παραγωγής.
Τώρα, αυτή η θεμελιώδης πρόταση δεν είναι νέα, αλλά
βρίσκεται ήδη στον Marx, γι’ αυτό και ο Mises επιχείρησε να αποκλείσει εξαρχής
τη λογιστική σε χρόνο εργασίας ως δυνατότητα: σε μια σοσιαλιστική οικονομία
στηριγμένη σε αυτήν, λέει ο Mises, όλες οι εργασιακές διαδικασίες εξισώνονται
μεταξύ τους — αφού τελικά χρησιμοποιείται ο χρόνος εργασίας ως ενιαίο μέτρο.
Έτσι θα ήταν αδύνατο να διακρίνει κανείς ανάμεσα σε απλή, ανειδίκευτη και
ειδικευμένη, ενδεχομένως υψηλά εξειδικευμένη εργασία. Αν η εργασία μιας ταμίας
σε σούπερ μάρκετ αποτιμάται το ίδιο με εκείνη μιας προγραμματίστριας Τεχνητής
Νοημοσύνης ή ενός μηχανικού, τότε θα έλειπε και πάλι ένα αντικειμενικό μέτρο
αποτελεσματικότητας.
Και εδώ δεν πρόκειται για επιχείρημα που να στέκει. Διότι η
σύνθετη εργασία είναι πολυτιμότερη για την κοινωνία από την απλή επειδή
προϋποθέτει εκπαίδευση, δηλαδή μια ενδεχομένως μακρότερη περίοδο κατά την οποία
ο εργαζόμενος δεν αποδίδει καμία ή μόνο ελάχιστα παραγωγική εργασία, αλλά αντί
γι’ αυτό επικεντρώνεται στο να εξειδικεύσει την εργατική του δύναμη. Επιπλέον,
σε αυτό το διάστημα έχει εισρεύσει στην εξειδίκευση αυτής της εργατικής δύναμης
και η εργασία δασκάλων, εκπαιδευτών και γενικότερα απασχολουμένων στο
εκπαιδευτικό σύστημα. Εφόσον είναι γνωστός ο μέσος χρόνος εκπαίδευσης και τα
λοιπά κόστη εκπαίδευσης (υλικά, κόπος εργασίας των εκπαιδευτών κ.λπ.) για κάθε
επάγγελμα, και εφόσον υπάρχει μια εκτίμηση για το πόσο χρόνο θα εργαστεί το
εκπαιδευμένο άτομο στο επάγγελμά του, κάθε σύνθετη εργασία μπορεί τουλάχιστον
κατά προσέγγιση να μετατραπεί στην απλή εργασία της ανειδίκευτης εργατικής
δύναμης. Το πώς ακριβώς θα γίνει αυτή η μετατροπή στην πράξη, ποια πρακτικά
προβλήματα μπορεί να εμφανιστούν και πόσο ακριβές θα είναι πιθανότατα το
αποτέλεσμα — όλα αυτά είναι συγκεκριμένα ερωτήματα που πρέπει να διερευνηθούν
και να απαντηθούν. Εδώ όμως μπορούμε να συγκρατήσουμε το εξής: ο ισχυρισμός του
Mises ότι μια τέτοια μετατροπή είναι κατ’ αρχήν αδύνατη στερείται κάθε βάσης.
Είναι μια σύγχρονη οικονομία υπερβολικά σύνθετη για κεντρικό σχεδιασμό;
Το πρόβλημα της επεξεργασίας τεράστιων ποσοτήτων δεδομένων
είναι αναμφίβολα μία από τις μεγάλες προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει μια
σχεδιασμένη οικονομία. Σε μια εθνική οικονομία με πολλά εκατομμύρια διαφορετικά
προϊόντα, στην παραγωγή των οποίων δεν ενσωματώνονται μόνο εκάστοτε ποικίλα
πρόδρομα προϊόντα, αλλά τα οποία εμφανίζουν και κάθε λογής ειδικές απαιτήσεις
(π.χ. επειδή η παραγωγή απαιτεί συγκεκριμένη εκπαίδευση, συνδέεται με
ιδιαίτερες γεωγραφικές προϋποθέσεις ή επειδή ορισμένα αγαθά μπορούν εύκολα να
αντικατασταθούν από άλλα, ενώ άλλα όχι), η διαχείριση αυτής της πολυπλοκότητας
δεν είναι καθόλου τετριμμένη. Απαιτεί, για παράδειγμα, κατάλληλες μεθόδους
συλλογής δεδομένων, μαθηματικές μεθόδους και επαρκή υπολογιστική ισχύ
υπολογιστών.
Στη μορφή, όμως, με την οποία ο Kornai και άλλοι αντίπαλοι
του σοσιαλισμού διατύπωσαν αυτό το πρόβλημα, η θέση τους απλώς και μόνο δεν
είναι επιστημονικά αξιοποιήσιμη: η διατύπωση του προβλήματος μένει εν μέρει στο
επίπεδο ενός ισχυρισμού χωρίς αιτιολόγηση ή είναι τόσο ασαφής ώστε στην ουσία
δεν μπορεί να ελεγχθεί. Έτσι, συνήθως ούτε εξετάζεται αν η πρόοδος της
τεχνολογίας πληροφορίας και επικοινωνίας αντισταθμίζει με το παραπάνω την
αυξανόμενη πολυπλοκότητα της εθνικής οικονομίας, ούτε προσδιορίζεται ακριβέστερα
σε ποια σημεία απαιτούνται καθόλου μαθηματικά ακριβείς λύσεις και σε ποια θα
μπορούσε κανείς να καταλήξει με προσεγγιστικές μεθόδους σε επίσης ικανοποιητικά
αποτελέσματα. Από τη (σωστή) διαπίστωση, λοιπόν, ότι η κεντρική διαχείριση μιας
εθνικής οικονομίας απαιτεί την επεξεργασία τεράστιων όγκων δεδομένων, δεν
προκύπτει ακόμη σε καμία περίπτωση ότι για τον λόγο αυτόν μια σχεδιασμένη
οικονομία θα ήταν αδύνατη ή αναποτελεσματική.
Δυστυχώς, η κατάσταση της συζήτησης γύρω από αυτό το
ερώτημα παραμένει ακόμη εξαιρετικά υπανάπτυκτη, πράγμα που δυσχεραίνει τη
διατύπωση μιας τεκμηριωμένης κρίσης. Για να εκτιμηθεί αν θα μπορούσαν να
εμφανιστούν προβλήματα κατά την επεξεργασία του όγκου δεδομένων που απαιτείται
για έναν λεπτομερή σχεδιασμό, θα ήταν καταρχάς αναγκαίο να γνωρίζουμε την
έκταση αυτών των δεδομένων. Αυτό όμως μέχρι σήμερα δεν συμβαίνει, και ο Kornai
ή οι οπαδοί του δεν επιχειρούν καν να ποσοτικοποιήσουν με συγκεκριμένους αριθμούς
αυτό το υποτιθέμενα αδύνατο να αντιμετωπιστεί πρόβλημα. Για να λυθεί αυτό το
καθήκον, θα χρειαζόταν ήδη το μαθηματικό μοντέλο βάσει του οποίου σε μια
σχεδιασμένη οικονομία θα οργανωνόταν η κατανομή των πόρων και ο σχεδιασμός των
παραγωγικών διαδικασιών. Οι προτάσεις που υπάρχουν μέχρι σήμερα γι’ αυτό, ιδίως
εκείνη των Cockshott και Cottrell, δεν επαρκούν όμως για μια πραγματική
πρακτική εφαρμογή, όπως θα φανεί παρακάτω. Στο παρόν στάδιο της συζήτησης δεν
είναι λοιπόν δυνατό ούτε και αντιστρόφως να «αποδειχθεί» θετικά ότι η
επεξεργασία των, αναμφίβολα τεράστιων σε κάθε βιώσιμο μοντέλο, ποσοτήτων
δεδομένων μπορεί να αντιμετωπιστεί.
Αλλά ακόμη κι αν μια τέτοια απόδειξη δεν είναι σήμερα
δυνατή, επειδή θα προϋπέθετε ένα σαφώς ακριβέστερο μοντέλο οικονομικού
σχεδιασμού, μπορούμε παρ’ όλα αυτά να είμαστε βάσιμα αισιόδοξοι. Διότι από τις
δεκαετίες του 1980 και του 1990 η υπολογιστική ισχύς των υπολογιστών έχει
αυξηθεί σε απίστευτο βαθμό. Μόνο στις δύο δεκαετίες μεταξύ 2001 και 2021 η
υπολογιστική ισχύς των υπερυπολογιστών αυξήθηκε περισσότερο από 63.000 φορές
και έφτασε τον Νοέμβριο του 2021 σε επίδοση 442 κουιντισεκατομμυρίων (δηλαδή ένα
εκατομμύριο φορές 442 δισεκατομμύρια) υπολογιστικών πράξεων ανά δευτερόλεπτο[26]. Ακόμη
κι αν περαιτέρω αυξήσεις μπορεί να προσκρούσουν σε τεχνικά όρια, επειδή τα
μικροτσίπ δεν μπορούν να κατασκευάζονται σε ολοένα μικρότερη κλίμακα, αυτές οι
τεράστιες πρόοδοι μέσα σε μόλις δύο δεκαετίες καθιστούν τουλάχιστον απίθανο ότι
η πολυπλοκότητα που πρέπει να αντιμετωπιστεί στον κεντρικό σχεδιασμό ακόμη και
μιας σύνθετης και διαφοροποιημένης εθνικής οικονομίας θα αποτελούσε σε κάποιο
σημείο ένα άλυτο πρόβλημα — και ότι, ακόμη κι αν ορισμένα προβλήματα δεν
μπορούν να λυθούν μαθηματικά ή δεν μπορούν να λυθούν σε αποδεκτό χρόνο, δεν θα
μπορούσαν ούτε οι προσεγγιστικές λύσεις να προσφέρουν κάποιο αξιοποιήσιμο
αποτέλεσμα.
Το ότι είναι δυνατό να σχεδιαστεί κεντρικά μια βιομηχανική
οικονομία το απέδειξε το παρελθόν. Το ότι προέκυψαν σε αυτή τη διαδικασία
προβλήματα είναι αδιαμφισβήτητο. Το ότι όμως αυτά τα προβλήματα πρέπει
αναγκαστικά να απορρέουν από τη φύση της σχεδιασμένης οικονομίας, κανένας από
τους επικριτές της σχεδιασμένης οικονομίας δεν κατόρθωσε μέχρι σήμερα να το
αποδείξει, και αντικειμενικά δεν υπάρχει κανένας λόγος να το υποθέσουμε.
«Η λογιστική σε χρόνο εργασίας σημαίνει σπάταλη διαχείριση όλων των
πόρων εκτός από την εργατική δύναμη»
Το τρίτο επιχείρημα που έθεσε ο Mises στη συζήτηση για τον
υπολογισμό κατά του σοσιαλισμού συνίσταται στο ότι μια σοσιαλιστική σχεδιασμένη
οικονομία, η οποία υπολογίζει με τον χρόνο εργασίας ως βάση λογιστικού
συμψηφισμού και μέτρο της αποδοτικότητας, θέτει με αυτόν τον τρόπο ένα
μονομερές βάρος στην εξοικονόμηση εργατικής δύναμης. Εφόσον ο χρόνος εργασίας
λειτουργεί ως μέτρο της αποδοτικότητας, θα προϋποτίθετο αυτομάτως ότι η
εργατική δύναμη είναι το μόνο σπάνιο αγαθό — μόνο απέναντι σε αυτήν θα είχε σημασία
η φειδωλή χρήση, ενώ σε όλους τους άλλους πόρους η σπατάλη θα ήταν ήδη
ενσωματωμένη από την ίδια την κατασκευή του σχεδίου.
Τι μπορεί να ειπωθεί για αυτό το επιχείρημα; Καταρχάς, δεν
στερείται κάποιας ειρωνείας το ότι ο Mises, ως φλογερός υπερασπιστής του
καπιταλισμού, προσάπτει αυτή την κατηγορία στον σοσιαλισμό. Διότι στον τρόπο
λειτουργίας της καπιταλιστικής οικονομίας όχι μόνο δεν είναι καθόλου εγγενές
ένα κίνητρο για φειδωλή χρήση των πόρων, αλλά η καπιταλιστική ανάπτυξη
ακολουθεί νομοτέλειες που αντιστρατεύονται άμεσα έναν τέτοιο στόχο. Η αστική
οικονομική θεωρία αντιτείνει ως αντεπιχείρημα: αν ένας πόρος γίνεται σπανιότερος,
αυξάνεται και η τιμή του. Έτσι η αγορά αυτορρυθμίζεται με τέτοιον τρόπο ώστε τα
σπάνια αγαθά να καταναλώνονται λιγότερο. Ο σοσιαλισμός, αντίθετα, λέει η αστική
επιχειρηματολογία, καθορίζει «τεχνητά» τις τιμές των σπάνιων αγαθών, ώστε αυτά
να μπορούν να συνεχίσουν να καταναλώνονται μαζικά σε χαμηλές τιμές μέχρι να
εξαντληθούν. Από αστική σκοπιά φαίνεται εύλογο να αποδίδονται σε αυτό το
γεγονός τα πράγματι σε πολλούς τομείς άλυτα οικολογικά προβλήματα των
σοσιαλιστικών χωρών, δηλαδή στο ότι η σχεδιασμένη οικονομία είναι δήθεν τυφλή
απέναντι στις απαιτήσεις της προστασίας του περιβάλλοντος[27].
Πρώτα απ’ όλα, η ρύθμιση της κατανάλωσης πόρων μέσω
αυξήσεων των τιμών συνεπάγεται βέβαια ότι ορισμένα αγαθά μπορούν πλέον να
καταναλώνονται μόνο από πλούσια άτομα και ότι η εργατική τάξη αποκλείεται
ολοένα και περισσότερο από αυτά. Σε αυτό συνίσταται τελικά κάθε πολιτική
πρόταση που θέλει να λύσει το πρόβλημα της κατανάλωσης πόρων μέσω μηχανισμών
της αγοράς: ένα αγαθό γίνεται σπάνιο, άρα πρέπει απλώς να παραμένει προσβάσιμο
μόνο στα μέλη της κυρίαρχης τάξης (και στους καλοπληρωμένους λειτουργούς και υποστηρικτές
της)!
Αλλά ακόμη κι αν παραβλέψουμε αυτό το σημείο, η ίδια η
πραγματικότητα του καπιταλισμού διαψεύδει την επιχειρηματολογία των απολογητών
του σε σχέση με την κατανάλωση πόρων. Διότι, ενώ είναι γενικά σωστό ότι οι
τιμές της αγοράς τείνουν να αντιδρούν στη σπανιότητα αυξανόμενες, η αντίληψη
ότι πρόκειται για έναν λειτουργικό μηχανισμό εξοικονόμησης πόρων παραβλέπει τα
πραγματικά γεγονότα.
Ας δούμε το παράδειγμα της κατανάλωσης πετρελαίου — ασφαλώς
πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός όταν συμπεραίνει γενικούς συσχετισμούς από
μεμονωμένα παραδείγματα. Λόγω της σημασίας του για την καπιταλιστική οικονομία,
όμως, το πετρέλαιο εδώ δεν αποτελεί απλώς ένα παράδειγμα, αλλά δείχνει σε ένα
ουσιώδες σημείο πώς ο καπιταλισμός είναι ανίκανος να αποτρέψει τεράστιες
περιβαλλοντικές καταστροφές: η καπιταλιστική εκβιομηχάνιση προκάλεσε από τον
19ο αιώνα και έπειτα μια εκρηκτική και διαρκώς αυξανόμενη πείνα για καύσιμα. Ως
αποτέλεσμα, η παγκόσμια εξόρυξη πετρελαίου αυξήθηκε μεταξύ του 1900 και του
2023 κατά 223 φορές[28] — μια
απίστευτη αύξηση! Η καμπύλη ανάπτυξης δείχνει σχεδόν αδιάκοπα απότομα προς τα
πάνω, με λίγες μόνο βραχύχρονες εξαιρέσεις, όπως το πετρελαϊκό σοκ μετά το
1979/80 και η πανδημία Covid-19 το 2020. Το ότι το πετρέλαιο είναι ένα σπάνιο
αγαθό έχει, βέβαια, περάσει εδώ και μερικές δεκαετίες στη συνείδηση της
ανθρωπότητας και επίσης στην αστική ιδεολογική παραγωγή. Ήδη μετά τη διάσημη
έκθεση «Τα όρια της ανάπτυξης» της ΜΚΟ Club
of Rome το 1972, το πρόβλημα της περατότητας των πόρων συζητήθηκε ευρέως.
Ωστόσο, δεν υπήρξε περιορισμός της κατανάλωσης πόρων σε ό,τι αφορά τους
περισσότερους σημαντικούς πόρους — και η εξόρυξη πετρελαίου, όπως ήδη δείχθηκε,
συνέχισε να αυξάνεται αμείωτα, παρότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται, όπως είναι
γνωστό, όχι μόνο για ένα σπάνιο αλλά και για ένα πολύ περιβαλλοντικά επιβλαβές
αγαθό. Επιπλέον, σε αυτό το διάστημα αυξήθηκαν και οι τιμές του πετρελαίου. Για
παράδειγμα, η τιμή της ποικιλίας πετρελαίου West
Texas Intermediate αυξήθηκε μεταξύ 1976 και 2023 ονομαστικά σε πάνω από το
εξαπλάσιο. Αν ληφθεί όμως υπόψη ο δείκτης τιμών καταναλωτή, η αύξηση ήταν πολύ
πιο μετριοπαθής και ανερχόταν σε 21,6%[29]. Το
αποφασιστικό σημείο εδώ είναι ότι μια άνοδος της τιμής του πετρελαίου δεν
έρχεται αναγκαστικά σε αντίθεση με μια έντονα αυξανόμενη κατανάλωσή του.
Τι δείχνει αυτό το παράδειγμα;
Πρώτον: Η σπανιότητα ενός αγαθού δεν οδηγεί σε καμία
περίπτωση αυτόματα σε αυξανόμενες τιμές, τουλάχιστον όχι αν κατανοούμε τη
σπανιότητα με μια ευρύτερη έννοια. Διότι, παρόλο που ήδη από τη δεκαετία του
1970 επικρατούσε η επίγνωση ότι το πετρέλαιο ήταν σπάνιο με την έννοια ότι τα
φυσικά κοιτάσματα θα εξαντλούνταν στον χρονικό ορίζοντα λίγων γενεών, αυτό δεν
είχε απολύτως καμία επίδραση στην τιμή του πετρελαίου. Διότι η άνοδος της τιμής
του πετρελαίου δεν ήταν ακριβώς συνέπεια μιας συρρίκνωσης της προσφοράς —
αντίθετα, αυτή συνέχιζε να αυξάνεται. Ήταν συνέπεια της συνεχώς αυξανόμενης
ζήτησης. Ακόμη κι αν ο μηχανισμός των τιμών λειτουργεί κατ’ αρχήν έτσι ώστε,
όταν η προσφορά μειώνεται, οι τιμές να τείνουν να αυξάνονται, αυτό δεν σημαίνει
καθόλου ότι η αγορά είναι κατά συνέπεια κατάλληλη να επιβάλει μακροπρόθεσμα μια
φειδωλή διαχείριση των σπάνιων πόρων. Διότι ακόμη κι αν είναι γενικά γνωστό ότι
ένα ορισμένο αγαθό θα εξαντληθεί σε 50 ή 100 χρόνια, αυτό δεν αλλάζει τίποτα
στην τιμή του. Η τιμή καθορίζεται από τη σημερινή
σχέση ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση και όχι από κάποια σχέση που
βρίσκεται σε ένα μακρινό μέλλον.
Δεύτερον: Η αύξηση της τιμής ενός εμπορεύματος δεν οδηγεί
σε καμία περίπτωση αυτόματα στο να καταναλώνεται λιγότερο αυτό το εμπόρευμα. Η
άνοδος της τιμής του πετρελαίου πιθανότατα επιβράδυνε μεν ελαφρώς την αύξηση
της κατανάλωσης πετρελαίου (δηλαδή με φθηνότερο πετρέλαιο η κατανάλωση θα είχε
μάλλον αυξηθεί ακόμη ταχύτερα), όμως σε καμία περίπτωση δεν εμπόδισε το να
αντλείται από τη γη και να καίγεται ολοένα μεγαλύτερη ποσότητα πετρελαίου. Και
ο λόγος είναι προφανής: η καπιταλιστική παγκόσμια οικονομία συνέχισε να
επεκτείνεται, με προσωρινές μόνο διακοπές εξαιτίας των μεγάλων οικονομικών
κρίσεων. Η αποδοτικότητα πόρων της βιομηχανίας και των μεταφορών βελτιώθηκε
έκτοτε μεν σημαντικά: στα ελαφρά επαγγελματικά οχήματα στις ΗΠΑ, για
παράδειγμα, η κατανάλωση βενζίνης ανά χιλιόμετρο μειώθηκε μεταξύ 1975 και 2020
στο μισό, πράγμα που σημαίνει ότι με το ίδιο γέμισμα ρεζερβουάρ μπορεί κανείς
να διανύσει διπλάσια απόσταση[30]. Όμως,
επειδή η απόλυτη ανάπτυξη ήταν πολύ μεγαλύτερη, η αυξημένη αποδοτικότητα δεν
οδήγησε σε μείωση της κατανάλωσης.
Δεν μπορεί να υπάρξει καπιταλιστική οικονομία χωρίς
οικονομική ανάπτυξη, διότι οι καπιταλιστές επενδύουν το κεφάλαιό τους για να το
ανακτήσουν με κέρδος και στη συνέχεια να το επενδύσουν ξανά με στόχο το κέρδος.
Μια αναπτυσσόμενη οικονομία, βέβαια, δεν σημαίνει αναγκαστικά υψηλότερη
κατανάλωση πόρων – πρόκειται για μια συχνή πλάνη μεταξύ των οπαδών ουτοπικών
αντιλήψεων περί «οικονομίας μηδενικής ανάπτυξης» –, για παράδειγμα η ανάπτυξη
μπορεί να συνίσταται και στην επέκταση τεχνολογιών που εξοικονομούν πόρους. Υπό
καπιταλιστικές συνθήκες, όμως, προφανώς δεν μπορεί να αποτραπεί το γεγονός ότι
η επέκταση των οικονομικών δραστηριοτήτων συνοδεύεται από αυξανόμενη κατανάλωση
πόρων. Ο λόγος είναι ότι το κέρδος αποτελεί τελικά το μοναδικό κριτήριο κάθε
παραγωγικής απόφασης. Καθώς η αξία των εμπορευμάτων καθορίζεται, σύμφωνα με τον
καπιταλιστικό νόμο της αξίας, από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας, ισχύει
ακριβώς για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής αυτό που οι Mises και Kornai
θέλουν να προσάψουν στον σοσιαλισμό, δηλαδή ότι το έμμεσο μέτρο της
παραγωγικότητας συνίσταται αποκλειστικά στην εξοικονόμηση εργατικής δύναμης.
Αντίθετα, όταν η παραγωγή ενός εμπορεύματος είναι φθηνότερη ή η πώλησή του
ευκολότερη εφόσον χρησιμοποιούνται στην κατασκευή του σπάνιες ή περιβαλλοντικά
επιβλαβείς πρώτες ύλες, τότε ακριβώς αυτό συμβαίνει. Αυτό μπορεί να ισχύει, για
παράδειγμα, επειδή η σπανιότητα θα γίνει αισθητή με συγκεκριμένο τρόπο μόνο σε
μερικές δεκαετίες· ή επειδή το κόστος της περιβαλλοντικής ρύπανσης το
επωμίζεται η κοινωνία ως σύνολο και όχι ο μεμονωμένος καπιταλιστής· ή επειδή η
μετάβαση σε πιο φιλικά προς το περιβάλλον υποκατάστατα προϊόντα απαιτεί
μακροπρόθεσμες επενδύσεις, οι οποίες δεν αποδίδουν μέσα στον βραχυπρόθεσμο
ορίζοντα του στόχου του κέρδους.
Μπροστά στο ολοένα και πιο αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο
καπιταλισμός οδηγεί αμετάκλητα την ανθρωπότητα σε μια παγκόσμια οικολογική
καταστροφή, η επιχειρηματολογία σύμφωνα με την οποία ακριβώς ο καπιταλιστικός
τρόπος παραγωγής θα μπορούσε να προσφέρει κατάλληλες λύσεις στο πρόβλημα της
υπερβολικής κατανάλωσης πόρων θα έπρεπε να προκαλεί μόνο κούνημα του κεφαλιού.
Αλλά πώς έχουν τα πράγματα στον σοσιαλισμό; Είχαν δίκιο ο
Mises και αργότερα ο
Kornai όταν υποστήριζαν ότι και ο σοσιαλισμός, με τα δικά
του κριτήρια
αποτελεσματικότητας, είναι ανίκανος να καταστήσει την
εξοικονόμηση πόρων σημαντικό στόχο της παραγωγής;
Αυτό που διαφοροποιεί θεμελιωδώς τη σοσιαλιστική
σχεδιασμένη οικονομία από τον καπιταλισμό είναι ότι η παραγωγή δεν κατευθύνεται
από τυφλούς νόμους, αλλά από συνειδητά εφαρμοζόμενους νόμους. Σε γενικές
γραμμές, ο οικονομικός νόμος που διέπει τον σοσιαλισμό συνίσταται στο ότι η
παραγωγή σχεδιάζεται με στόχο μια ολοένα πληρέστερη ικανοποίηση των κοινωνικών
αναγκών. Το ποιες ανάγκες θα έχουν όμως προτεραιότητα, ποιοι στόχοι σχεδίου θα
τεθούν στις επιμέρους επιχειρήσεις και κλάδους, ποια μέσα θα ληφθούν για την
εκπλήρωσή τους — όλα αυτά είναι ζητήματα που πρέπει να προσδιοριστούν και να
αποφασιστούν πιο συγκεκριμένα.
Στις ιστορικές σοσιαλιστικές σχεδιασμένες οικονομίες, πολλά
προβλήματα οφείλονταν στο ότι οι επιχειρήσεις ενισχύθηκαν ως προς την αυτονομία
λήψης αποφάσεων μέσω διαφόρων λανθασμένων οικονομικών μεταρρυθμίσεων (στη
Σοβιετική Ένωση κυρίως η μεγάλη μεταρρύθμιση Κοσίγκιν του 1965) και
υποχρεώθηκαν να λειτουργούν με κριτήρια κέρδους. Υπό αυτές τις συνθήκες, μπορεί
πράγματι να υπάρξει κίνητρο για υπερβολική κατανάλωση φυσικών πόρων, όπως
ακριβώς το επιβάλλει και στον καπιταλισμό το κίνητρο του κέρδους. Αν οι τιμές
αυτών των πόρων διατηρούνται στη συνέχεια από το κράτος σε χαμηλό επίπεδο, το
πρόβλημα επιτείνεται ακόμη περισσότερο. Αυτό όμως προφανώς δεν είναι πρόβλημα
του σοσιαλισμού, αλλά ακριβώς μία από τις πολλές αρνητικές συνέπειες του
γεγονότος ότι στο παρελθόν οι σοσιαλιστικές σχεδιασμένες οικονομίες
«αναμείχθηκαν» με μηχανισμούς της καπιταλιστικής αγοράς.
Μια σοσιαλιστική επιχείρηση σε μια σχεδιασμένη οικονομία
που λειτουργεί σύμφωνα με τους οικονομικούς νόμους του
σοσιαλιστικού-κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής λαμβάνει από την κεντρική αρχή
σχεδιασμού δεσμευτικούς στόχους σχεδίου. Και δεν λαμβάνει απλώς έναν και
μοναδικό στόχο, αλλά μια ολόκληρη σειρά τέτοιων στόχων, τους οποίους πρέπει να
εκπληρώσει και οι οποίοι μπορούν μάλιστα να σταθμιστούν και να ιεραρχηθούν.
Αυτή ήταν και η πρακτική στα ιστορικά σοσιαλιστικά οικονομικά συστήματα. Η
βέλτιστη εκπλήρωση αυτών των στόχων δεν είναι βέβαια τετριμμένη, διότι φυσικά
επιμέρους στόχοι μπορεί να βρίσκονται σε σχέση έντασης μεταξύ τους: Για
παράδειγμα, όταν ένας στόχος είναι η αύξηση των ποσοτήτων παραγωγής και ένας
άλλος η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας.
Θα μπορούσε κανείς τώρα να αυξήσει την παραγωγική εκροή,
εντείνοντας την εργασία, αυξάνοντας την πίεση πάνω στους εργάτες, μειώνοντας τα
πρότυπα ασφάλειας και ούτω καθεξής. Θα μπορούσε επίσης, αντίστροφα, να θέσει
στο επίκεντρο την ποιότητα της εργασίας, αποδεχόμενος όμως χαμηλότερες
ποσότητες παραγωγής. Σε μια σοσιαλιστική οικονομία, το πρώτο πρέπει να
αποφεύγεται για προφανείς λόγους, ταυτόχρονα όμως και οι απώλειες στην
παραγωγικότητα είναι αποδεκτές μόνο μέχρι ενός ορισμένου βαθμού. Όταν λοιπόν
πρέπει να εκπληρωθούν ταυτόχρονα δύο στόχοι που βρίσκονται σε σύγκρουση μεταξύ
τους, πρέπει να προσδιοριστεί ένα βέλτιστο σημείο ανάμεσά τους, έτσι ώστε και
οι δύο να ικανοποιούνται σε ικανοποιητικό βαθμό. Κατά κανόνα, βέβαια, πρέπει να
συμβιβαστούν όχι μόνο δύο, αλλά πολύ περισσότεροι στόχοι σχεδίου. Σε μια τέτοια
περίπτωση, θα έπρεπε να ακολουθηθεί η εξής διαδικασία: οι διαφορετικοί στόχοι
που συγκρούονται μεταξύ τους πρέπει να επιχειρησιακοποιηθούν με τρόπο ώστε να
είναι συγκρίσιμοι μεταξύ τους, διαφορετικά δεν υπάρχει κανένα μέτρο βάσει του
οποίου να μπορεί κανείς να προσδιορίσει ένα βέλτιστο σημείο.
Στο δεύτερο βήμα πρέπει να βρεθεί μια κατάλληλη μαθηματική
μέθοδος βελτιστοποίησης, με την οποία να μπορεί να υπολογιστεί ένα τέτοιο
βέλτιστο σημείο. Αυτό όμως δεν λειτουργεί σε κάθε περίπτωση, διότι δεν μπορούν
όλοι οι στόχοι να εκφραστούν σε μαθηματικά μεγέθη και να συγκριθούν μεταξύ
τους. Αν, για παράδειγμα, έχουμε τους ανταγωνιστικούς στόχους της
αποδοτικότητας και της προστασίας του περιβάλλοντος και από τους δύο στόχους
πρέπει να γίνουν περικοπές για να μπορεί να ληφθεί υπόψη και ο άλλος, τότε θα μπορούσε
να υπολογιστεί μαθηματικά ένα «βέλτιστο» στο οποίο ορισμένοι άνθρωποι θα
εξακολουθούσαν να πεθαίνουν από δηλητηριασμένο αέρα. Το δικαίωμα αυτών των
ανθρώπων να παραμείνουν στη ζωή δεν μπορεί να σταθμιστεί ως αριθμός απέναντι
στους άλλους στόχους. Το παράδειγμα δείχνει ότι σε πολλές περιπτώσεις πρέπει να
ληφθούν και πολιτικές αποφάσεις σχετικά με το ποιες περιορισμοί είναι αποδεκτοί
και ποιες όχι. Όλα αυτά ασφαλώς δεν είναι τετριμμένα και ενδεχομένως να
απαιτήσουν διαφορετικές δοκιμές προτού βρεθεί μια ικανοποιητική διαδικασία.
Γενικά, όμως, δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποθέσουμε ότι τέτοια προβλήματα
βελτιστοποίησης είναι άλυτα[31].
Μια ακόμη δυσκολία που πρέπει να λυθεί συνίσταται στο ότι
ένα μέτρο για τη μετατροπή της ρύπανσης σε οικονομικό κόστος θα έπρεπε ακόμη να
αναπτυχθεί, ιδίως όταν δεν είναι ακόμη σαφές αν μια ορισμένη περιβαλλοντική
καταστροφή αφήνει ανεπανόρθωτες ζημιές ή με ποια μέθοδο θα μπορούσε να
αποκατασταθεί — ή αντίστοιχα πόσο θα κόστιζε κάτι τέτοιο. Σε σύγκριση με τον
καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, στον οποίο ζητήματα προστασίας του περιβάλλοντος
γενικά δεν παίζουν κανέναν ρόλο στις οικονομικές αποφάσεις των επιχειρήσεων —
ή, αν παίζουν, τότε μόνο λόγω νομικού εξαναγκασμού — ακόμη και η ίδια η
προσπάθεια να ενταχθούν τα οικολογικά κόστη στον σχεδιασμό θα αποτελούσε ήδη
πρόοδο, ακόμη κι αν τα εργαλεία αυτού του σχεδιασμού ήταν ακόμη ανεπαρκώς
ανεπτυγμένα.
Έτσι, η επιχειρηματολογία των Mises και Kornai καταρρέει
από μόνη της: όχι μόνο ο καπιταλισμός είναι εκείνος που τελικά, αντικειμενικά
και χωρίς να χρειάζεται κάποιος να το αποφασίσει συνειδητά, θέτει την
εξοικονόμηση εργατικής δύναμης ως μοναδικό κριτήριο αποδοτικότητας. Το
επιχείρημά τους στηρίζεται επιπλέον σε ένα λογικό σφάλμα: η λογιστική σε χρόνο
εργασίας έχει στον σοσιαλιστικό σχεδιασμό τη λειτουργία να καθιστά τα αγαθά
συγκρίσιμα μεταξύ τους και έτσι να καθιστά δυνατές εύλογες αποφάσεις ανάμεσα σε
διαφορετικές εναλλακτικές (για παράδειγμα: από ποια από τις πολλές
διασκορπισμένες σε όλη τη χώρα μονάδες προμήθειας θα πρέπει το εργοστάσιο
αυτοκινήτων να προμηθεύεται τα κιβώτια ταχυτήτων, τις μπαταρίες αυτοκινήτων ή
τα έμβολά του;). Αυτό δεν αποκλείει καθόλου στον σοσιαλισμό το να εισέρχονται
σε μια απόφαση και άλλα κριτήρια (για παράδειγμα: ποια επιλογή καταναλώνει τα
λιγότερα καύσιμα, σπάνιες γαίες ή πόσιμο νερό;). Το ότι ο χρόνος εργασίας
αποτελεί τη βάση λογιστικού συμψηφισμού του σχεδίου δεν σημαίνει καθόλου ότι
δεν μπορούν να τεθούν άλλα σχέδια-στόχοι πέρα από την εξοικονόμηση εργατικής
δύναμης.
Οι τιμές ως δείκτης των αναγκών
Λίγο πιο απαιτητική είναι και η απάντηση στο τέταρτο
επιχείρημα: η επιχειρηματολογία σύμφωνα με την οποία η τιμή σε μια «οικονομία
της αγοράς» λειτουργεί ως δείκτης των αναγκών των ατόμων δεν μπορεί να
απορριφθεί εντελώς. Φυσικά οι τιμές αλλάζουν μέσω του παιγνιδιού προσφοράς και
ζήτησης, φυσικά η ζήτηση για ένα εμπόρευμα προϋποθέτει ότι υπάρχει μια ανάγκη
για αυτό το εμπόρευμα (ακόμη κι αν αυτή η ανάγκη στον καπιταλισμό συχνά
«κατασκευάζεται» ή ενισχύεται τεχνητά από τις υπηρεσίες του κεφαλαίου, ώστε να
αυξηθούν οι πωλήσεις). Ακόμη και μια ανάγκη που, λόγω έλλειψης αγοραστικής
δύναμης, δεν μπορεί καν να ικανοποιηθεί, αυξάνει την πίεση της ζήτησης και
επομένως εκφράζεται στις τιμές της αγοράς.
Αυτό όμως δεν συνεπάγεται καθόλου ότι το καπιταλιστικό
σύστημα τιμών είναι και κατάλληλο να εγγυηθεί την ικανοποίηση αυτών των
αναγκών. Διότι το ότι ένα εμπόρευμα έχει μια τιμή σημαίνει ακριβώς ότι μόνο
όσοι μπορούν να πληρώσουν αυτή την τιμή έχουν πρόσβαση σε αυτό. Ακριβώς τα
αγαθά που χρειάζονται ιδιαίτερα επειγόντως, για τα οποία δηλαδή υπάρχει υψηλή
ζήτηση, γίνονται μέσω του μηχανισμού της αγοράς αυτομάτως ακριβότερα. Στη
φιλελεύθερη οικονομική θεωρία, η άνοδος της τιμής έχει ως συνέπεια να επεκτείνεται
η παραγωγή αυτού του εμπορεύματος, επειδή για τις επιχειρήσεις ανοίγονται
καλύτερες προοπτικές κέρδους. Πολύ συχνά όμως αυτό δεν συμβαίνει, για
παράδειγμα επειδή η παραγωγή ελέγχεται από μονοπώλια (βλ. παρακάτω) ή επειδή
ορισμένα αγαθά είναι πράγματι σπάνια (τουλάχιστον προσωρινά). Ένα παράδειγμα,
που δεν θα αναλυθεί εδώ περαιτέρω, είναι σήμερα η αγορά ακινήτων στις μεγάλες
πόλεις – ένα αγαθό που όλοι χρειάζονται, δηλαδή ο οικιστικός χώρος, είναι τόσο
ακριβό ώστε ολοένα μεγαλύτερο μέρος των νοικοκυριών δεν μπορεί πλέον να το
αντέξει οικονομικά και γι’ αυτό αναγκάζεται να εγκαταλείπει τις πόλεις, εν
μέρει να παραιτείται από άλλα καταναλωτικά αγαθά ή ακόμη και να οδηγείται στην
αστεγία. Η καπιταλιστική αγορά «λύνει» τέτοιες καταστάσεις με τον εξής τρόπο:
τα άτομα με πολλά χρήματα, δηλαδή οι καπιταλιστές, οι λειτουργοί τους και εν
μέρει και καλύτερα αμειβόμενα τμήματα της εργατικής τάξης, μπορούν να πληρώνουν
τις υψηλές τιμές και η πλειονότητα της εργατικής τάξης όχι – άρα αποκλείεται
από την απόλαυση αυτών των αγαθών.
Σε μια σοσιαλιστική οικονομία μπορεί επίσης να προκύψει η
περίπτωση ορισμένα αγαθά να μην μπορούν να παραχθούν αμέσως σε επαρκή βαθμό
(και στον σοσιαλισμό επίσης απαιτείται χρόνος μέχρι να χτιστούν κατοικίες και
πρέπει να υπάρχει αρκετός χώρος για να κατασκευαστούν). Τότε όμως θα αποτελούσε
ζήτημα οικονομικής πολιτικής απόφασης το πώς θα διαμορφώνονταν οι τιμές
πώλησης: στα ζωτικής σημασίας σπάνια αγαθά οι τιμές θα διατηρούνταν χαμηλές και
έτσι θα εξασφαλιζόταν μια βασική τροφοδοσία για όλα τα μέλη της κοινωνίας· μόνο
για αγαθά πέρα από αυτά θα μπορούσαν οι τιμές να είναι υψηλότερες, ώστε κάθε
νοικοκυριό να μπορεί να αποφασίζει μόνο του αν είναι διατεθειμένο να πληρώσει
αυτή την υψηλή τιμή ή να παραιτηθεί. Καθώς στον σοσιαλισμό η κατανομή του
εισοδήματος δεν αποτελεί πλέον έκφραση του ταξικού διχασμού της κοινωνίας, αλλά
εξαρτάται από την εργασιακή επίδοση, όλοι θα είχαν παρ’ όλα αυτά κατ’ αρχήν τις
ίδιες ή παρόμοιες προϋποθέσεις και για την ικανοποίηση τέτοιων πιο εξωτικών
αναγκών. Σε περίπτωση μεγάλης έλλειψης, όπου δεν είναι δυνατή η εξυπηρέτηση
όλων των ενδιαφερόμενων ατόμων, θα μπορούσε, για παράδειγμα, ο βαθμός ανάγκης
(άνθρωποι με αναπηρίες ή με πολλά παιδιά θα μπορούσαν να προτιμώνται ή κάτι
παρόμοιο) να αποτελεί κριτήριο για το ποια ανάγκη θα προηγείται.
Ένας ακόμη λόγος να αμφισβητήσουμε τους ισχυρισμούς του
Hayek μας δίνει η ματιά στις πραγματικές αιτίες των κινήσεων των τιμών. Διότι,
ακόμη κι αν είναι σωστό ότι στην οικονομική καθημερινότητα οι τιμές αντιδρούν
σε μια μεταβολή της προσφοράς και της ζήτησης, φαίνεται ξανά και ξανά ότι
ακριβώς οι δραστικές μεταβολές των τιμών συντελούνται συχνά για άλλους λόγους.
Καθώς κεντρικές πρώτες ύλες, όπως για παράδειγμα τα σιτηρά ή το πετρέλαιο,
αποτελούν και αγαπημένο αντικείμενο κερδοσκοπίας στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων,
όπου μπορούν να αγοράζονται ή να πωλούνται μαζικά εν αναμονή μελλοντικών
αυξήσεων ή μειώσεων των τιμών, η τιμή τους συχνά μεταβάλλεται και για λόγους
που δεν έχουν μεγάλη σχέση με την εξέλιξη της προσφοράς και της κατανάλωσης
αυτών των εμπορευμάτων. Διότι αρκεί, για παράδειγμα, οι κερδοσκόποι να
θεωρήσουν πιθανή μια μελλοντική έλλειψη σιτηρών, ώστε να τα αγοράσουν μαζικά
και έτσι να ωθήσουν τις τιμές προς τα πάνω. Το αν οι τιμές θα είχαν αυξηθεί και
χωρίς κερδοσκοπία είναι γι’ αυτό αδιάφορο.
Μπορούμε λοιπόν να συγκρατήσουμε τα εξής: οι τιμές στον
καπιταλισμό μπορούν μεν να λειτουργούν ως δείκτες των αναγκών. Συχνά όμως
μεταβάλλονται και για εντελώς άλλους λόγους. Και κυρίως η λειτουργία τους ως
δείκτη αναγκών δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι αποτελούν γι’ αυτό και μέσο ικανοποίησης των αναγκών. Ακριβώς το
αντίθετο: η τιμή ενός αγαθού είναι εκείνο που στέκεται εμπόδιο στην ικανοποίηση
της ανάγκης, επειδή πρώτα πρέπει να πληρωθεί η τιμή πριν μπορέσει να
καταναλωθεί το αγαθό. Και όπου η τιμή δεν μπορεί να πληρωθεί, το άτομο μένει
επίσης αποκλεισμένο από την ικανοποίηση των αναγκών του.
Στον σοσιαλισμό, αντίθετα, οι «τιμές» των καταναλωτικών
αγαθών δεν καθοδηγούνται από μια αγορά, αλλά καθορίζονται κεντρικά για ολόκληρη
την εθνική οικονομία. Οι καταναλωτές πρέπει βέβαια και τότε να πληρώνουν την
τιμή για να αποκτήσουν τα καταναλωτικά αγαθά που χρειάζονται, όμως μέσω της
κεντρικής και πολιτικής διαμόρφωσης των τιμών αυτές έχουν εντελώς διαφορετικό
χαρακτήρα: δεν επιφέρουν τον αποκλεισμό μιας ολόκληρης τάξης της κοινωνίας από
την κατανάλωση, αλλά υπηρετούν την κατανομή των προϊόντων στα άτομα. Αυτό είναι
αναγκαίο, δεδομένου ότι ούτε τότε θα επικρατεί άπειρη αφθονία και σε ορισμένα
αγαθά θα είναι αναγκαίος ένας περιορισμός της κατανάλωσης ανά άτομο.
Σε αυτό το σημείο πρέπει να γίνει μια σημαντική διάκριση:
το ότι στον σοσιαλισμό οι τιμές δεν παράγονται από μια αγορά δεν αποκλείει το
ότι η σχεδιασμένη οικονομία μπορεί παρ’ όλα αυτά να προσομοιώνει τον μηχανισμό
της αγοράς, ώστε να προσαρμόζει τις τιμές στη σχέση ανάμεσα στην προσφορά και
τη ζήτηση: αν η ζήτηση υπερβαίνει την προσφορά, μπορεί να είναι λογικό να
αυξάνονται οι τιμές μη ουσιωδών αγαθών, ώστε ορισμένοι καταναλωτές να
αναπροσανατολίζουν την καταναλωτική τους ανάγκη προς κάποιο άλλο αγαθό. Σε περίπτωση
υπερπροσφοράς, αντίστοιχα, οι τιμές μπορούν να μειώνονται, ώστε να
διασφαλίζεται ότι τα παραγόμενα αγαθά θα φτάνουν στους καταναλωτές αντί να
σαπίζουν σε αποθήκες.
Είναι φυσικά ταυτόχρονα εξίσου δυνατό και αναγκαίο να
καθορίζονται οι τιμές των αγαθών βασικών αναγκών σε χαμηλό επίπεδο, όπως
ακριβώς εφαρμοζόταν τακτικά και στις ιστορικές σοσιαλιστικές χώρες. Καθώς η
σοσιαλιστική παραγωγή δεν ακολουθεί στόχο κέρδους και οι επιχειρήσεις δεν
αποτελούν αυτοτελώς οικονομικές μονάδες, οι χαμηλές τιμές ή ακόμη και τα δωρεάν
διανεμόμενα αγαθά δεν θέτουν σε κίνδυνο την «αποδοτικότητα» κανενός. Πρόκειται
μάλλον απλώς για κόστη που αναλαμβάνει η κοινωνία ως σύνολο, προκειμένου να διασφαλίσει
την ικανοποίηση των σημαντικότερων αναγκών όλων των μελών της κοινωνίας.
Επειδή όμως οι μεταβολές στις σχέσεις τιμών έχουν πάντοτε
επιπτώσεις στην οικονομία στο σύνολό της, τα όρια και οι συνέπειες μιας τέτοιας
τιμολογιακής πολιτικής θα έπρεπε να διερευνηθούν ακριβέστερα – ή, καλύτερα,
αυτό θα αποτελούσε ένα σημαντικό καθήκον της οικονομικής έρευνας σε μια
σοσιαλιστική εθνική οικονομία.
Περαιτέρω: η διαμόρφωση των τιμών μέσω της αγοράς δεν
λειτουργεί στον καπιταλισμό καθόλου έτσι όπως παρουσιάζεται στη φιλελεύθερη
ουτοπία, σύμφωνα με την οποία υπάρχει ένα ελεύθερο παίγνιο προσφοράς και
ζήτησης και η τιμή προκύπτει ως αποτέλεσμά του. Στην πραγματικότητα, όλοι οι
πόροι, ακόμη και οι πιο ελεύθερα διαθέσιμοι όπως το πόσιμο νερό, βρίσκονται σε
μεγάλο βαθμό υπό τον έλεγχο μονοπωλιακών επιχειρήσεων, που καθορίζουν σε μεγάλο
βαθμό τη διαμόρφωση των τιμών. Η μονοπώληση δεν αποτελεί ούτε παρέκκλιση από
έναν «καθαυτό», «γνήσιο» καπιταλισμό, αλλά είναι ο αναγκαστικός στόχος προς τον
οποίο οδηγεί η νομοτελειακή ανάπτυξη κάθε καπιταλιστικής κοινωνίας: καθώς οι
καπιταλιστικές επιχειρήσεις επενδύουν και έτσι συσσωρεύουν κεφάλαιο,
αντιπροσωπεύουν μια διαρκώς αυξανόμενη μάζα κεφαλαίου (ο Marx μιλά για
συγκέντρωση του κεφαλαίου). Καθώς, ως συνέπεια του ανταγωνισμού, ένα μέρος των
επιχειρήσεων εξαφανίζεται από την αγορά ή, μέσω συγχώνευσης ή εξαγοράς, γίνεται
μέρος κάποιας άλλης, όλο και περισσότερο κεφάλαιο και μερίδια αγοράς
συγκεντρώνονται σε λιγότερες επιχειρήσεις και στα χέρια μικρότερου αριθμού
ιδιοκτητών (ο Marx μιλά για συγκεντροποίηση του κεφαλαίου). Και οι δύο αυτές
διαδικασίες, που αποτελούν αναγκαία συνέπεια του καπιταλιστικού ανταγωνισμού
και συμβαίνουν αναγκαστικά, οδηγούν από κοινού στο ότι οι επιχειρήσεις γίνονται
πάντοτε απολύτως μεγαλύτερες και αυξάνεται και σχετικώς το βάρος τους.
Καθώς για πολλά εμπορεύματα ο ανταγωνισμός διεξάγεται πλέον
μόνο ανάμεσα σε μικρό αριθμό επιχειρήσεων ή, στην περίπτωση ορισμένων
εξειδικευμένων προϊόντων, συχνά υπάρχει μόνο ένας προμηθευτής, αυξάνεται η
ισχύς των πωλητών να επηρεάζουν τις τιμές. Οι τιμές μπορούν να διατηρούνται σε
υψηλότερο επίπεδο απ’ ό,τι θα συνέβαινε υπό συνθήκες ισχυρότερου ανταγωνισμού
και έτσι να αυξάνονται τα κέρδη αυτών των μεγάλων επιχειρήσεων, που τις
αποκαλούμε μονοπώλια. Όσο περισσότερο προχωρά η μονοπώληση – και η όλο και μεγαλύτερη
προώθησή της αποτελεί νομοτέλεια του καπιταλισμού – τόσο περισσότερο
απομακρύνονται οι πραγματικές τιμές της αγοράς από το να λειτουργούν ως δείκτης
των αναγκών των καταναλωτών.
Το συντριπτικό βάρος των γεγονότων σχετικά με το πραγματικό
μέγεθος της μονοπώλησης καθιστά σήμερα αδύνατο ακόμη και σε πολλούς αστούς
οικονομολόγους να αρνηθούν ή να αγνοήσουν αυτό το φαινόμενο, παρότι σύμφωνα με
την «καθαρή» νεοκλασική θεωρία τα μονοπώλια θα έπρεπε τείνουν να εξαφανίζονται
ξανά μέσω του ανταγωνισμού. Στην πραγματικότητα, όμως, η νομοτελειακή
συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου εμφανίζονται τόσο καθαρά και
ακριβώς όπως τις ανέλυσε ο Marx, ώστε κάθε απόπειρα να αμφισβητηθεί ο χαρακτήρας
του σημερινού καπιταλισμού ως μονοπωλιακού καπιταλισμού αυτοϋπονομεύεται. Το
φαινόμενο του μονοπωλίου δεν μπορεί να αναλυθεί εδώ, όμως ορισμένα δεδομένα
αρκούν για να φωτίσουν το μέγεθος και τη σημασία του για τις πραγματικές
κινήσεις των τιμών στον σύγχρονο καπιταλισμό:
Στη δεκαετία του 1930 το μεγαλύτερο 0,1% των επιχειρήσεων
στις ΗΠΑ ήλεγχε ήδη περίπου το 50% της αμερικανικής οικονομίας. Σήμερα το
μερίδιό τους ανέρχεται σχεδόν στο 90%[32]. Στην
καπιταλιστικά οργανωμένη γεωργία, για παράδειγμα, δύο επιχειρήσεις ελέγχουν το
40% της παγκόσμιας αγοράς σπόρων, τέσσερις επιχειρήσεις πάνω από το 60% της
αγοράς αγροχημικών και έξι επιχειρήσεις το 50% της αγοράς αγροτικών μηχανημάτων[33]. Αυτή
η τεράστια ισχύς στην αγορά επιτρέπει στα μονοπώλια εξίσου τεράστια υπερκέρδη
μέσω αυξήσεων τιμών. Μια μελέτη όλων των εισηγμένων στο χρηματιστήριο
επιχειρήσεων στις ΗΠΑ δείχνει, για παράδειγμα, ότι το 1980 οι τιμές βρίσκονταν
κατά μέσο όρο 21% πάνω από το κόστος παραγωγής, έκτοτε αυξάνονταν σχεδόν
αδιάκοπα και το 2014 βρίσκονταν 61% πάνω από αυτό. Αυτές οι προσαυξήσεις τιμών
εισπράττονταν, κάτι καθόλου παράξενο, κυρίως από τα μεγαλύτερα μονοπώλια, τα
οποία έτσι μπορούσαν να εκτινάσσουν ανάλογα και τα ποσοστά κέρδους τους[34]. Αυτή
η μονοπωλιακή τιμολογιακή πολιτική αποτελεί έναν από τους κύριους παράγοντες
που τροφοδοτούν τον πληθωρισμό. Για παράδειγμα, διαφορετικές μελέτες κατέληξαν
στο συμπέρασμα ότι τα υψηλά ποσοστά πληθωρισμού των τελευταίων ετών, από
περίπου το 2021, στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και στην
Αυστραλία οφείλονταν κατά περίπου το ήμισυ άμεσα στις
αυξήσεις τιμών των μονοπωλίων[35]. Σε
ολοένα μεγαλύτερο βαθμό, έτσι, οι πραγματικές τιμές της αγοράς αποκλίνουν όχι
μόνο από τις αξίες, αλλά και από τις τιμές παραγωγής, αποκαλύπτοντας ακόμη
περισσότερο τη φιλελεύθερη αντίληψη ότι οι τιμές λειτουργούν ως δείκτης των
αναγκών των καταναλωτών ως ψευδαίσθηση.
Σε μια σοσιαλιστική σχεδιασμένη οικονομία οι τιμές, όπως
ήδη εξηγήθηκε παραπάνω, έχουν έναν θεμελιωδώς διαφορετικό χαρακτήρα από τις
τιμές της αγοράς στον καπιταλισμό. Πρόκειται, ανάλογα με την κατηγορία αγαθών,
είτε για τιμές λογιστικού συμψηφισμού, που καθιστούν συγκρίσιμα μεταξύ τους τα
διάφορα αγαθά και τις εργασιακές διαδικασίες για τους υπολογισμούς των οργάνων
σχεδιασμού, είτε για τιμές διανομής, που υπηρετούν τη διανομή των καταναλωτικών
αγαθών στον πληθυσμό. Οι τιμές δεν υπηρετούν την πραγματοποίηση οποιουδήποτε
κέρδους. Αυτή η θεμελιώδης διαφορά από τον καπιταλισμό εκφράζεται στο ότι, σε
μια καπιταλιστική οικονομία, οι τιμές πολλών εμπορευμάτων μπορούν να είναι σε
μεγάλο βαθμό αποσυνδεδεμένες από τις πραγματικές αξίες των εμπορευμάτων, επειδή
η μονοπωλιακή ισχύς των καπιταλιστών τους το επιτρέπει – ενώ σε μια
σοσιαλιστική οικονομία οι τιμές καθορίζονται κατ’ αρχήν πάνω στην αντικειμενική
βάση των ποσοτήτων εργασιακού χρόνου. Αν τώρα, στον σοσιαλισμό, παρά ταύτα οι
τιμές ορισμένων καταναλωτικών αγαθών προσαρμόζονται, με τον τρόπο που
περιγράφηκε παραπάνω, στη σχέση ανάμεσα στην προσφορά και τη ζήτηση, τότε αυτές
οι τιμές εκφράζουν μάλιστα πολύ περισσότερο τις πραγματικές ανάγκες των
καταναλωτών απ’ ό,τι συμβαίνει στην καπιταλιστική αγορά: αν σε μια σοσιαλιστική
οικονομία αυξάνεται η τιμή των μανταρινιών, τότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο
λόγος είναι μια κακή σοδειά ή μια ιδιαίτερα υψηλή ζήτηση και όχι η αγοραστική
ισχύς των ομίλων φρούτων ή των αλυσίδων λιανεμπορίου.
Έτσι, και το τέταρτο οικονομικό επιχείρημα που προέβαλε ο
Ludwig von Mises εναντίον του σοσιαλισμού αποδεικνύεται αβάσιμο.
Σχετικά με το επιχείρημα του Hayek: Είναι οι τιμές της αγοράς
αναντικατάστατες ως φορείς πληροφοριών;
Μπορεί κανείς, προς υπεράσπιση του Hayek, να αντιτείνει ότι
όταν το 1945 έγραφε το δοκίμιό του με τη θεμελιώδη κριτική της σχεδιασμένης
οικονομίας, περιέγραφε εν μέρει πραγματικά προβλήματα. Το ζήτημα της απόκτησης
και επεξεργασίας πληροφοριών έχει πράγματι καθοριστική σημασία για έναν
κεντρικό οικονομικό σχεδιασμό. Τα όργανα σχεδιασμού έπρεπε να αποκτήσουν γνώση
για το ποια αγαθά επιθυμούν οι καταναλωτές, χωρίς οι μεταβολές της ζήτησης να
υποδεικνύονται από διακυμάνσεις των τιμών της αγοράς, όπως συμβαίνει σε μια
καπιταλιστική οικονομία. Έπρεπε να αποκτήσουν πληροφορίες για στενότητες και
πλεονάσματα με άλλον τρόπο από ό,τι μέσω των τιμών, επειδή οι «τιμές» στον
σοσιαλισμό δεν ήταν «πραγματικές» τιμές, αλλά λογιστικά μεγέθη του σχεδιασμού.
Σε αυτές τις τιμές δεν εκφράζονταν οι στενότητες και τα πλεονάσματα εκ των
προτέρων και από μόνα τους, αλλά μόνο στο μέτρο που καθορίζονταν λαμβάνοντας
αυτούς τους παράγοντες υπόψη. Η ιστορική εξέλιξη έδειξε, πάντως, ότι αυτή η
πρόκληση σε καμία περίπτωση δεν καθιστούσε αδύνατη μια επιτυχημένη σοσιαλιστική
οικονομική ανάπτυξη. Αντίθετα, η σχεδιασμένη οικονομία προσέφερε όλες τις
προϋποθέσεις για να οργανωθούν και να προωθηθούν με υψηλή αποτελεσματικότητα
όχι μόνο η πολεμική οικονομία, αλλά και η ανοικοδόμηση της μεταπολεμικής
περιόδου. Ο λόγος ήταν ότι τα καθήκοντα που έπρεπε να λυθούν υπό τις συνθήκες
της πολεμικής ή μεταπολεμικής οικονομίας απαιτούσαν πρωτίστως να συγκεντρωθούν
οι διαθέσιμοι πόροι της κοινωνίας στη μεγιστοποίηση του παραγωγικού
αποτελέσματος σε λίγους κλάδους: για παράδειγμα στην παραγωγή χάλυβα και
σιδήρου, σιτηρών ή οικοδομικών υλικών. Για τη λύση πιο σύνθετων καθηκόντων
σχεδιασμού, με πολύ περισσότερους στόχους προς επίτευξη, το πρόβλημα της
πληροφόρησης γίνεται όμως αναγκαστικά πιο σημαντικό.
Είναι προφανές ότι η πολυπλοκότητα των πληροφοριών που
πρέπει να υποβληθούν σε επεξεργασία σε μια αναπτυγμένη εθνική οικονομία, στο
σημερινό επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων, είναι ασύγκριτα πολύ υψηλότερη.
Ταυτόχρονα, όμως, όπως ήδη συζητήθηκε παραπάνω, έχουν επίσης αυξηθεί σε
τεράστιο βαθμό και οι δυνατότητες συλλογής, αποθήκευσης και επεξεργασίας αυτών
των πληροφοριών.
Η επιχειρηματολογία του Hayek είναι λανθασμένη για
διάφορους λόγους. Ας ξεκινήσουμε από το ότι, με το παράδειγμά του για τις
διακυμάνσεις της τιμής του κασσιτέρου, ο Hayek υπερβάλλει ανεπίτρεπτα και σε
μεγάλο βαθμό το πληροφοριακό περιεχόμενο αυτών των διακυμάνσεων των τιμών.
Διότι στην πραγματικότητα, φυσικά, δεν αρκεί καθόλου να γνωρίζει κανείς ότι η
τιμή αυξήθηκε ή μειώθηκε, για να μπορεί ως καταναλωτής ή παραγωγός κασσιτέρου
να λάβει τεκμηριωμένες αποφάσεις. Τουλάχιστον πρέπει να γνωρίζει αν μια αύξηση της
τιμής είναι πιθανό να είναι μόνιμη ή προσωρινή. Και γι’ αυτό πρέπει τελικά να
ξέρει κανείς ποια είναι η αιτία της, για παράδειγμα αν τα μεταλλεία κασσιτέρου
έχουν εξαντληθεί ή αν πρόκειται απλώς για μια προσωρινή απεργία ή για μια
διακοπή στις παραδόσεις. Το παράδειγμα αυτό, επομένως, δεν δείχνει αυτό που
ισχυρίζεται ο Hayek, δηλαδή ότι τα σήματα των τιμών περιέχουν όλες τις
πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τη λειτουργία της οικονομίας, αλλά ακριβώς
το αντίθετο: Για να μπορεί να υπολογίσει την κερδοφορία της δικής της
παραγωγής, και η καπιταλιστική επιχείρηση χρειάζεται πληρέστερες πληροφορίες
για τη συνολική οικονομική κατάσταση. Στον καπιταλισμό, όμως, αυτές οι
πληροφορίες δεν βρίσκονται όλες έτοιμες προς πρόσβαση σε μια κεντρική βάση
δεδομένων (αν και φυσικά υπάρχουν στατιστικά και ινστιτούτα έρευνας αγοράς),
αλλά πολλές πληροφορίες πρέπει να ανακαλυφθούν ξεχωριστά από τις ίδιες τις
επιχειρήσεις. Αυτό δεν μπορεί να αλλάξει υπό καπιταλιστικές συνθήκες, επειδή ο
αμοιβαίος αποκλεισμός από σημαντικές πληροφορίες αποτελεί μια σημαντική όψη του
ανταγωνισμού μεταξύ των καπιταλιστών. Ο σοσιαλισμός, αντίθετα, καλλιεργεί
προφανώς μια πιο ορθολογική και ομαλή αντιμετώπιση των αναγκαίων πληροφοριών·
για παράδειγμα, στον σοσιαλισμό θα ήταν λογικό και αναγκαίο να δημιουργηθεί μια
τέτοια κεντρική βάση δεδομένων, στην οποία να μπορούν να έχουν πρόσβαση όλες οι
παραγωγικές μονάδες.
Το πρόβλημα στον Hayek βρίσκεται ήδη σε ένα πολύ θεμελιώδες
επίπεδο. Η αντίληψή του για την πληροφορία δεν είναι μόνο αναχρονιστική, αλλά
και δεν αντιστοιχούσε ποτέ στην πραγματικότητα: Για τον Hayek, ο ατομικός
επιχειρηματίας είναι το κεντρικό οικονομικό υποκείμενο, ενώ στην πραγματικότητα
η κυρίαρχη μορφή επιχείρησης τόσο στον καπιταλισμό όσο και στον σοσιαλισμό
είναι μια οργάνωση που συνενώνει την εργασία και τη σκέψη πολλών ατόμων. Οι
πληροφορίες, πάνω στη βάση των οποίων δρα μια επιχείρηση, δεν αποθηκεύονται
λοιπόν απλώς υποκειμενικά στο κεφάλι μεμονωμένων ατόμων, αλλά η αποθήκευση και
η επεξεργασία τους εξαρτώνται από την τεχνολογία[36]. Ήδη
από την Εποχή του Χαλκού μάς έχουν παραδοθεί πήλινες πινακίδες ως μέσα
αποθήκευσης πληροφοριών· σήμερα ο μηχανισμός της επεξεργασίας πληροφοριών είναι
αυτοματοποιημένος και ηλεκτρονικός και οι δυνατότητές του έχουν αυξηθεί σε
τεράστιο βαθμό.
Το πρόβλημα του να φέρει κανείς την παραγωγή σε συμφωνία με
τις κοινωνικές ανάγκες, δηλαδή να παράγει όσο γίνεται ακριβέστερα αυτό που
χρειάζεται η κοινωνία, δεν απαιτεί σήμερα ούτε χονδρικές εκτιμήσεις ούτε
τηλεπαθητικές ικανότητες. Ένα ηλεκτρονικό σύστημα συλλογής δεδομένων, που
διαπιστώνει πόσο από κάθε καταναλωτικό αγαθό πωλείται, μέθοδοι πρόβλεψης τάσεων
και ο υπολογισμός του κόστους παραγωγής σε χρόνο εργασίας καθιστούν δυνατό να
διατυπωθεί ένας στόχος παραγωγής που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες. Ο προσδιορισμός
των αναγκών των καταναλωτών πιθανότατα δεν θα αποτελούσε σήμερα σε μια
σχεδιασμένη οικονομία καθόλου μεγάλη πρόκληση – εντελώς αντίθετα από την
κατάρτιση ενός σχεδίου που να μπορεί να ικανοποιήσει αυτές τις ανάγκες, πράγμα
που παραμένει ένα εξαιρετικά σύνθετο εγχείρημα.
Σύμφωνα με τον Hayek, ο σοσιαλισμός αποτυγχάνει επειδή η
πληθώρα των αναγκαίων πληροφοριών για την κοινωνία είναι διασκορπισμένη και δεν
μπορεί να συγκεντρωθεί σε ένα και μοναδικό πνεύμα που σχεδιάζει. Εδώ ο Hayek
κατασκεύασε ένα καθαρό σκιάχτρο: Αν η αντίληψη του σοσιαλισμού συνίστατο στο
ότι ένα μόνο άτομο, εντελώς μόνο του, θα έπρεπε να συλλέγει όλα τα δεδομένα, να
τα θυμάται και να καταρτίζει ένα σχέδιο, τότε ο κεντρικός οικονομικός
σχεδιασμός θα ήταν προφανώς ένα αδύνατο και παράλογο εγχείρημα. Στην πραγματικότητα,
όμως, ο σχεδιασμός είναι έργο μιας εκτεταμένης οργάνωσης σχεδιασμού, στην οποία
πολλά άτομα συνεργάζονται, μοιράζονται πληροφορίες, μπορούν να κατανέμουν
μεταξύ τους τα υπολογιστικά βήματα και, κυρίως σήμερα, είναι απολύτως σε θέση
να συγκεντρώνουν και να επεξεργάζονται στους υπολογιστές όλες τις αναγκαίες
πληροφορίες[37].
Για τον Hayek, το πρόβλημα βρίσκεται στο είδος της γνώσης
που, κατά τη γνώμη του, αφορά πρωτίστως η οικονομία, δηλαδή σε συγκεκριμένη,
υποκειμενική και τοπικά εξειδικευμένη γνώση για δεδομένα σε ορισμένες χρονικές
στιγμές και σε ορισμένους τόπους, γι’ αυτό και αυτή η γνώση δεν θα μπορούσε να
κεντροποιηθεί. Πρώτον, απέναντι σε αυτό πρέπει να ειπωθεί ότι ο Hayek
παραμερίζει άλλες μορφές γνώσης που είναι επίσης σχετικές για μια οικονομία –
κυρίως τη γνώση για τις τεχνολογίες και την εφαρμογή τους. Με αυτό αποκρύπτει
ένα σημαντικό αντεπιχείρημα, διότι ακριβώς αυτό το είδος γνώσης όχι μόνο μπορεί
πολύ καλά να κεντροποιηθεί, αλλά η κεντροποίησή του είναι και οικονομικά
προφανώς ωφέλιμη – όταν όλες οι επιχειρήσεις έχουν πρόσβαση στις νεότερες
τεχνολογίες και μεθόδους παραγωγής, η παραγωγικότητα αυξάνεται συνολικά πολύ
ταχύτερα απ’ ό,τι όταν μόνο μεμονωμένες επιχειρήσεις έχουν αυτή την πρόσβαση
και αποκλείουν τους ανταγωνιστές τους από αυτήν. Επιπλέον, ο Hayek κάνει λάθος
και στο ότι η γνώση που ο ίδιος τονίζει τόσο έντονα, δηλαδή η γνώση για
δεδομένα σε ορισμένους τόπους και χρόνους (για παράδειγμα η εξαντλούμενη πηγή
κασσιτέρου), θα διέφευγε της κεντροποίησης. Κάθε σύστημα κρατήσεων ταξιδιών και
κάθε διαδικτυακή υπηρεσία αποστολών λειτουργεί σήμερα έτσι, ώστε κανείς να
μπορεί να εισάγει λέξεις-κλειδιά σε μια μάσκα αναζήτησης και να λαμβάνει
πτήσεις από οποιοδήποτε σημείο αναχώρησης σε οποιοδήποτε σημείο προορισμού, οι
οποίες εντοπίζονται με τη βοήθεια της πρόσβασης της ιστοσελίδας σε όλες τις
αεροπορικές εταιρείες[38].
Τέλος, ο Hayek αγνοεί και τη δυνατότητα ένα ορισμένο είδος
γνώσης να παραμένει τοπικό. Για την κατάρτιση ενός κεντρικού σχεδίου δεν είναι
αναγκαίο να κεντροποιηθεί κάθε πληροφορία που είναι οικονομικά σχετική.
Ερωτήματα όπως ποιος εργαζόμενος είναι ο καταλληλότερος για ένα συγκεκριμένο
καθήκον ή ποια τεχνική παραγωγής ταιριάζει καλύτερα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο
μπορούν και πρέπει εύλογα να συνεχίσουν να αποφασίζονται στο επίπεδο της
επιχείρησης ή στο πλαίσιο υποδεέστερων σχεδίων[39]. Παρ’
όλα αυτά, ακόμη και χωρίς αυτές τις αμέτρητες διάσπαρτες πληροφορίες, μπορεί να
καταρτιστεί ένα συνεκτικό κεντρικό οικονομικό σχέδιο.
Τέλος, εξαιρετικά αμφισβητήσιμο είναι και το επιχείρημα του
Hayek σύμφωνα με το οποίο η αγορά διακρίνεται από έναν ιδιαίτερα οικονομικό
χειρισμό της πληροφορίας και μέσω των τιμών μεταδίδονται μόνο εκείνες οι
πληροφορίες που χρειάζονται οι συμμετέχοντες στην αγορά για να μπορούν να
λαμβάνουν ορθολογικές αποφάσεις. Ολόκληρη η ιστορία του καπιταλισμού δείχνει
ακριβώς ότι η αγορά δεν μεταδίδει όλες τις πληροφορίες που χρειάζονται τα
οικονομικά υποκείμενα: ο καπιταλισμός είναι ένας ασταθής τρόπος παραγωγής, που
από τη δική του εσωτερική δυναμική οδηγεί σε διαρκείς διακυμάνσεις, πράγμα που
σημαίνει ότι ένα δεδομένο επίπεδο πληροφόρησης μπορεί να καταστεί γρήγορα
παρωχημένο (αν, για παράδειγμα, η ζήτηση για ένα συγκεκριμένο αγαθό καταρρεύσει
απότομα στο πλαίσιο μιας επερχόμενης κρίσης)· για τέτοιες και άλλες εξελίξεις
οι συμμετέχοντες στην αγορά πληροφορούνται μόνο όταν αυτές αποτυπωθούν στο
σύστημα των τιμών. Η «οικονομική» μεταβίβαση πληροφορίας σημαίνει λοιπόν, σε
πολλές περιπτώσεις, ακριβώς έλλειψη πληροφόρησης, η οποία συνδέεται αναγκαστικά
με την καπιταλιστική οργάνωση της οικονομίας.
Συνοψίζοντας, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η δικτύωση όλων
των μονάδων παραγωγής μεταξύ τους διευκολύνει σήμερα το να κοινοποιούνται
αμέσως στην κεντρική αρχή και σε όλες τις επηρεαζόμενες επιχειρήσεις όλες οι
σχετικές πληροφορίες, όπως για παράδειγμα οι ελλείψεις αγαθών. Πράγματι, μια
τέτοια άμεση μεταβίβαση πληροφοριών είναι από τη φύση της «πλουσιότερη σε
πληροφορία» από ό,τι τα σήματα των τιμών στον καπιταλισμό και επιτρέπει
επομένως πιο εύλογες οικονομικές αποφάσεις. Για παράδειγμα, μια πληροφορία μπορεί
επίσης να περιλαμβάνει ότι ένα συγκεκριμένο αγαθό, σύμφωνα με νεότερα
πορίσματα, είναι επιβλαβές για το περιβάλλον ή για την υγεία. Σε καπιταλιστικές
συνθήκες, από αυτό δεν θα προέκυπτε καμία μεταβολή της συμπεριφοράς των
παραγωγών, όσο δεν μεταβάλλονται η ζήτηση και συνεπώς η τιμή του προϊόντος.
Στον σοσιαλισμό, αντίθετα, θα μπορούσε να ληφθεί μια συνειδητή απόφαση, με βάση
αυτές τις πληροφορίες, για την αναδιάρθρωση της παραγωγής.
Όλα αυτά ακούγονται βέβαια και για τον σοσιαλισμό
απλούστερα απ’ ό,τι πιθανότατα είναι στην πραγματικότητα. Δεν θα πρέπει εδώ να
δημιουργηθεί λανθασμένη εντύπωση: το ότι η επιχειρηματολογία των Mises και
Hayek είναι τόσο αδύναμη είναι, κατά μία έννοια, λυπηρό ακριβώς επειδή στρέφει
τακτικά την προσοχή σε λιγότερο σημαντικά προβλήματα και δεν αναγνωρίζει καν
τις πραγματικές προκλήσεις που πρέπει να λυθούν στον σοσιαλισμό. Διότι ο
αληθινός πυρήνας του επιχειρήματός τους είναι ότι οι τιμές στον καπιταλισμό πράγματι
μεταδίδουν πληροφορίες οι οποίες είναι αναγκαίες για να ληφθούν εύλογες
οικονομικές αποφάσεις. Το πραγματικό πρόβλημα στις αναγκαίες αλλαγές του
σχεδίου δεν έγκειται μόνο στο να κινηθούν οι καταναλωτές ώστε να καταναλώνουν
περισσότερο ή λιγότερο από ένα συγκεκριμένο αγαθό. Εξίσου σημαντικό είναι ότι
οι κεντρικοί σχεδιαστές πρέπει να πληροφορούνται εγκαίρως όταν μεταβάλλονται οι
προϋποθέσεις της παραγωγής τους, για παράδειγμα λόγω κακών σοδειών,
μεταβαλλόμενων αναγκών ή μιας νέας τεχνολογίας. Αυτές οι πληροφορίες πρέπει όχι
μόνο να μεταβιβάζονται εγκαίρως στην κεντρική αρχή, αλλά και να επεξεργάζονται
εγκαίρως, ώστε να προσαρμόζεται το σχέδιο – και επειδή οι μεταβολές σε ένα
προϊόν έχουν πάντοτε συνέπειες και για άλλα προϊόντα και επιχειρήσεις, πρέπει
στη συνέχεια κάθε φορά να αναθεωρείται ολόκληρο το σχέδιο (ή τουλάχιστον τα
σχέδια εκείνων των τομέων που επηρεάζονται σε σημαντικό βαθμό). Αν υπάρχουν
εκατοντάδες χιλιάδες ή εκατομμύρια σχετικά αγαθά, θα είναι σημαντικό τέτοιες
προσαρμογές να αυτοματοποιούνται σε έναν ορισμένο βαθμό και τα αποτελέσματα των
υπολογισμών να παραμένουν παρ’ όλα αυτά ελέγξιμα από ανθρώπινους σχεδιαστές, αν
τα επιτελεία σχεδιασμού δεν πρόκειται να κατακλυστούν αβοήθητα από τη μάζα των
δεδομένων που τους αποστέλλονται. Αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει επίσης ότι
οι σχετικές πληροφορίες θα εισάγονται ήδη σε ποσοτικοποιημένη μορφή στον
υπολογιστή, η οποία να καθιστά δυνατή την επεξεργασία τους: η πληροφορία «κακή
σοδειά λόγω προσβολής από επιβλαβείς οργανισμούς» δεν βοηθά για παράδειγμα το
σύστημα σχεδιασμού, ενώ
η πληροφορία «η συγκομιδή σιταριού το επόμενο τρίμηνο
αναμένεται 21% κάτω από τον στόχο του σχεδίου» βοηθά.
Αν οι Mises και Hayek, στις σκέψεις τους για τη λειτουργία
των τιμών ως φορέων πληροφορίας, είχαν ασχοληθεί με το πόσο απαιτητικό μπορεί
να είναι σε μια σχεδιασμένη οικονομία να οργανωθεί αυτή η πληροφοριακή
λειτουργία χωρίς αγορά, τότε θα είχαν θίξει ένα σημαντικότερο σημείο απ’ ό,τι
τελικά έκαναν – και ταυτόχρονα θα είχαν στρέψει άμεσα την προσοχή των αντιπάλων
τους, των κομμουνιστών, στα προβλήματα που πράγματι πρέπει να υποβληθούν σε
επεξεργασία.
3. Απαντήσεις στην κριτική των Mises και Hayek
Για λόγους πληρότητας, θα ασχοληθούμε σε αυτό το σημείο
σύντομα με δύο γνωστές απαντήσεις στην κριτική των Mises και Hayek: με το
μοντέλο του Oskar Lange από τη δεκαετία του 1930 και με το μοντέλο μιας
σχεδιασμένης οικονομίας που ανέπτυξαν ο Allin Cottrell και ο Paul Cockshott στη
δεκαετία του 1980 και το οποίο από τότε έχουν επεξεργαστεί περαιτέρω και
υπερασπίζονται. Και τα δύο μοντέλα είναι, κατά την άποψη του συγγραφέα,
ελάχιστα σχετικά για τη λύση των πραγματικών προκλήσεων της σχεδιασμένης
οικονομίας. Για να γίνει όμως αυτό κατανοητό και να μην αποτελεί απλώς έναν
ισχυρισμό, πρέπει πρώτα να τα παρουσιάσουμε σύντομα και να επισημάνουμε τα
προβλήματά τους.
Η απάντηση του Oskar Lange
Από την πλευρά εκείνων που υπερασπίζονταν καταρχήν τη
δυνατότητα μιας σοσιαλιστικής οικονομίας, η πιο γνωστή ίσως συμβολή στην
ιστορική συζήτηση για τον υπολογισμό (των δεκαετιών 1920 και 1930) προέρχεται
από τον Πολωνό οικονομολόγο Oskar Lange. Παρόμοια επιχειρήματα προέβαλαν και οι
οικονομολόγοι Fred M. Taylor,
H.D. Dickinson και Abba P. Lerner, οι οποίοι όμως δεν θα
μας απασχολήσουν εδώ. Ο Lange και οι συνοδοιπόροι του δεν ήταν, ως προς τη
μεθοδολογία τους, μαρξιστές, αλλά αντίθετα συμμερίζονταν τις βασικές παραδοχές
της νεοκλασικής – δηλαδή της οικονομικής θεωρίας που από τον 19ο αιώνα
διατυπώθηκε ρητά ως αντίπαλο πρόγραμμα απέναντι στην εργασιακή θεωρία της αξίας
των κλασικών και του μαρξισμού και η οποία κυριάρχησε σε μεγάλο βαθμό στην
ακαδημαϊκή οικονομική επιστήμη, ιδίως κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Κεντρική
είναι εδώ προπάντων η παραδοχή ότι σε μια αγορά τα οικονομικά υποκείμενα
ενεργούν ορθολογικά και επιδιώκουν να μεγιστοποιήσουν την οριακή τους ωφέλεια[40], και
ότι μέσω της αλληλεπίδρασης όλων των υποκειμένων της αγοράς τείνουν να
διαμορφώνονται τιμές ισορροπίας, δηλαδή τιμές στις οποίες προσφορά και ζήτηση
ισορροπούν μεταξύ τους. Αυτές θα ήταν, κατά τη θεωρία αυτή, οι τιμές που
εξασφαλίζουν τη μέγιστη δυνατή αποτελεσματική κατανομή των πόρων στην κοινωνία
και αποτρέπουν τις δυσαναλογίες, δηλαδή τις οικονομικές κρίσεις. Αυτή τη θέση,
η οποία συνήθως χρησιμεύει για τη δικαιολόγηση του καπιταλισμού, ο Lange την
αποδεχόταν μεν, ήθελε όμως τώρα να αποδείξει ότι, υπό συνθήκες κοινωνικής
ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής, θα μπορούσε να επιτευχθεί ισοδύναμο ή και
υψηλότερο επίπεδο αποτελεσματικότητας.
Όπως και ο Vilfredo Pareto, ένας από τους θεμελιωτές της
νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας, ο Lange έβλεπε τις τιμές ως ένα είδος
υπολογιστικού εργαλείου για την αποτελεσματική κατανομή των αγαθών. Αυτό θα
ήταν δυνατό, αν σε μια σοσιαλιστική οικονομία ανατιθόταν στους κεντρικούς
σχεδιαστές το καθήκον να καθορίζουν τις τιμές έτσι ώστε, για κάθε αγαθό, να
αντιστοιχούν στην τιμή ισορροπίας που θα διαμορφωνόταν στην αγορά μέσω του
παιγνιδιού της προσφοράς και της ζήτησης. Αυτό θα μπορούσε να γίνει, καθώς οι σχεδιαστές
της κυβέρνησης θα προσεγγίζουν πειραματικά την τιμή ισορροπίας – ακριβώς
σύμφωνα με τη διαδικασία εύρεσης τιμών που είχε υποστηρίξει ο νεοκλασικός
οικονομολόγος Léon Walras για την καπιταλιστική αγορά με τον όρο tâtonnement («ψηλάφηση», «σταδιακή
προσέγγιση»): ο Walras φανταζόταν την αγορά ως δημοπρασία, όπου ο
πλειστηριαστής μπορεί αρχικά να ανακοινώσει αυθαίρετες τιμές για όλα τα
εμπορεύματα, αλλά στη συνέχεια τις προσαρμόζει επανειλημμένα ανάλογα με την
προσφορά και τη ζήτηση, έως ότου επιτευχθεί η τιμή ισορροπίας.
Ο Lange ρώτησε εύλογα γιατί μόνο τα ιδιωτικά υποκείμενα της
αγοράς θα μπορούσαν να καθορίζουν τέτοιες τιμές και όχι το κράτος. Στο μοντέλο
του, οι διευθυντές των κρατικών επιχειρήσεων στη βιομηχανία καταναλωτικών
αγαθών έπρεπε να ενεργούν σύμφωνα με δύο κανόνες: Πρώτον, να συνδυάζουν τους
«παράγοντες παραγωγής» (εργατική δύναμη, κεφάλαιο και γη) έτσι ώστε η οριακή
παραγωγικότητα[41] κάθε
παράγοντα παραγωγής να είναι παντού ίση (δηλαδή, μία νομισματική μονάδα
επενδυμένη να αποδίδει την ίδια παραγωγικότητα σε κάθε επιχείρηση, ανεξάρτητα
από τον παράγοντα στον οποίο επενδύθηκε). Και δεύτερον, ο σχεδιασμός της εκροής
της επιχείρησης να γίνεται έτσι ώστε το κόστος της να αντιστοιχεί στην τιμή του
προϊόντος[42]. Στη
βιομηχανία μέσων παραγωγής, οι τιμές θα καθορίζονταν από μια κεντρική αρχή
σχεδιασμού. Και αυτές οι τιμές όμως δεν θα ήταν αυθαίρετες: επηρεάζοντας άμεσα
την προσφορά και τη ζήτηση για τα μέσα παραγωγής, θα γινόταν γρήγορα ορατό σε
ποια σημεία υπήρχαν ελλείψεις και πλεονάσματα, ώστε και εκεί οι τιμές να
διορθώνονται από το κέντρο μέχρι να αντιστοιχούν στις τιμές ισορροπίας[43].
Συνοπτικά, μπορούμε να πούμε ότι ο Lange, στο μοντέλο του, επιχείρησε να
προσομοιώσει τον θεωρητικό ιδανικό ανταγωνισμό των νεοκλασικών μοντέλων υπό
συνθήκες καθολικής κρατικής ιδιοκτησίας και να τον καταστήσει έτσι
αποτελεσματικότερο απ’ όσο θα μπορούσε ποτέ να είναι η ίδια η αγορά, ιδίως υπό
τις συνθήκες του μονοπωλιακού καπιταλισμού. Και η εποπτεία της κεντρικής αρχής
σχεδιασμού πάνω στη συνολική οικονομία αποτελούσε, κατά τον Lange, μεγάλο
πλεονέκτημα σε σχέση με την πραγματική αγορά[44]. Το
πλεονέκτημα της δικής του αντίληψης για τον σοσιαλισμό έναντι του καπιταλισμού
το έβλεπε ο Lange στο ότι, στον σοσιαλισμό, η κατανομή του εισοδήματος θα ήταν
πιο ισότιμη και έτσι η συνολική ευημερία θα μεγιστοποιούνταν, ενώ επιπλέον δεν
θα εμφανίζονταν κρίσεις[45].
Για τη βιωσιμότητα του μοντέλου του Lange
Μία κεντρική ιδέα στο μοντέλο του Lange ασφαλώς παραμένει
έγκυρη: και σε μια σχεδιασμένη οικονομία οι τιμές πρέπει γενικά, πρώτον, να
αντανακλούν το κόστος παραγωγής και, δεύτερον, να μπορούν να αντιδρούν σε
ελλείψεις και πλεονάσματα. Επιπλέον, όπως έδειξε ο Lange, αυτό δεν απαιτεί κατ’
ανάγκην μια αγορά ιδιωτικών υποκειμένων, αλλά οι τιμές μπορούν, και μετά την
κατάργηση της αγοράς, να αποτελούν ως τιμές σχεδιασμού ένα εργαλείο της
σοσιαλιστικής οικονομικής οργάνωσης.
Ωστόσο, το μοντέλο του Lange είναι τελικά ακατάλληλο για
μια σοσιαλιστική οικονομία.
Διότι, στη σύλληψη του Lange, οι παραγωγικές αποφάσεις δεν
λαμβάνονται από την κεντρική αρχή σχεδιασμού, αλλά από τις ίδιες τις
επιχειρήσεις, οι οποίες προσανατολίζονται με τη σειρά τους στις τιμές της
αγοράς. Έτσι, αφενός, χάνονται τα τεράστια πλεονεκτήματα αποτελεσματικότητας
του κεντρικού σχεδιασμού, τα οποία θα έρχονταν αλλιώς ιδίως στο προσκήνιο στον
μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Μέσω της διαδικασίας δοκιμής και σφάλματος (trial-and-error) προκύπτουν αναγκαστικά
στενότητες και υπερπαραγωγή, δηλαδή ανισορροπίες, οι οποίες θα μπορούσαν να
είχαν αποφευχθεί εκ των προτέρων με κεντρικό σχεδιασμό. Οι επιχειρήσεις
παραμένουν προσανατολισμένες στην αποδοτικότητα του κόστους, κάτι που
αντιφάσκει άμεσα προς έναν προσανατολισμό στις κοινωνικές ανάγκες: ό,τι είναι
αποδοτικό από την άποψη του κόστους για την επιμέρους επιχείρηση μπορεί να
είναι αναποτελεσματικό για την εθνική οικονομία, και το αντίστροφο. Η
προτεραιοποίηση ορισμένων κλάδων σε βάρος άλλων – αναμφίβολα μία από τις
μεγάλες δυνάμεις των ιστορικών σοσιαλιστικών χωρών – δεν προβλέπεται. Και η
ιστορική εμπειρία έδειξε πώς ο ανταγωνισμός μεταξύ επιχειρήσεων στον σοσιαλισμό
μπορεί να ενισχύει στους διευθυντές των επιχειρήσεων μια τάση προς
αντισοσιαλιστική συνείδηση. Τέλος, σε αυτό το μοντέλο οι επιχειρήσεις θα είχαν
δικούς τους προϋπολογισμούς και θα πτώχευαν εφόσον οι δραστηριότητές τους
αποτύγχαναν: θα υπήρχε επομένως ανεργία και αποφευκτή σπατάλη παραγωγικών
δυνάμεων μέσω εταιρικών χρεοκοπιών.
Ο ίδιος ο Lange προσαρμόστηκε δεκαετίες αργότερα, σε ένα
σύντομο δοκίμιο του 1979, στην τεχνική εξέλιξη. Με την ανάπτυξη του υπολογιστή,
η διαδικασία trial-and-error του
Walras δεν θα ήταν πλέον καθόλου αναγκαία. Θα μπορούσε κανείς να κατανοήσει την
αγορά ως ένα είδος υπολογιστή της προηλεκτρονικής εποχής για την επίλυση
εξισώσεων, ο οποίος με την ανάπτυξη του ηλεκτρονικού υπολογιστή έχει πλέον
οριστικά ξεπεραστεί: «Η διαδικασία της
αγοράς με τα δυσκίνητα tâtonnements της φαίνεται παλιομοδίτικη. Στην πραγματικότητα,
μπορεί να γίνει κατανοητή ως υπολογιστική μηχανή της προηλεκτρονικής εποχής»[46]. Αλλά
ακόμη και τότε θα παρέμενε το θεμελιώδες πρόβλημα του Lange: αντί για μια
κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία, που χρησιμοποιεί στοχευμένα τους διαθέσιμους
πόρους εκεί όπου αποφέρουν το μεγαλύτερο κοινωνικό όφελος, το μοντέλο του
παραμένει απλώς ένα εργαλείο για τον υπολογισμό τιμών ισορροπίας σε μια
οικονομία χωρίς ιδιωτική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής.
Δεύτερον, όμως, το μοντέλο του Lange δεν προσφέρει επίσης
απαντήσεις σε πολυάριθμα πραγματικά προβλήματα, όπως για παράδειγμα στο ζήτημα
του σχεδιασμού της αύξησης της παραγωγής και της παραγωγικότητας, στα ερωτήματα
σχετικά με τη λογική αποσυσχέτιση[47] των
σχεδίων στο επίπεδο της επιχείρησης και της μετάδοσης των στόχων σχεδίου ως
δεσμευτικών οδηγιών προς τις επιχειρήσεις, ή στον σχεδιασμό σύνθετων
συστημάτων, όπως για παράδειγμα βαθιών αλυσίδων εφοδιασμού. Οι παρωπίδες της
νεοκλασικής θεωρίας και η στενόμυαλη προσκόλλησή της στο ζήτημα της τιμής
ισορροπίας οδηγούν σε ένα μοντέλο που, αφενός, είναι απομακρυσμένο από την
πραγματικότητα, επειδή προσπερνά σχεδόν όλα τα πραγματικά σύνθετα ερωτήματα της
σχεδιασμένης οικονομίας. Το γεγονός ότι η σύγχρονη παραγωγική οικονομία και η
εφοδιαστική στην εποχή μας σχεδιάζονται σε μεγάλο βαθμό και σε λεπτομέρεια στο
εσωτερικό των μονοπωλιακών ομίλων δείχνει ότι η εστίαση στους μηχανισμούς
διαμόρφωσης των τιμών συλλαμβάνει μόνο ένα μικρό τμήμα των σχετικών οικονομικών
διεργασιών. Αφετέρου όμως, και κυρίως, προϋποθέτει επιχειρήσεις ως αυτόνομα
δρώντες οικονομικές μονάδες και γι’ αυτό δεν μπορεί καθόλου να εφαρμοστεί σε
μια σχεδιασμένη οικονομία, η οποία χαρακτηρίζεται ακριβώς από το ότι οι
ουσιώδεις αποφάσεις δεν λαμβάνονται αυτόνομα από τις επιχειρήσεις. Η σύλληψη
του Lange, επομένως, δυστυχώς δεν προσφέρει συμβολή στη λύση των προβλημάτων
μιας μελλοντικής σοσιαλιστικής οικοδόμησης.
Το μοντέλο των Paul Cockshott και Allin Cottrell
Οι Cockshott και Cottrell διαμόρφωσαν το μοντέλο τους για
μια σχεδιασμένη οικονομία ως απάντηση στην επικείμενη κατάρρευση της Σοβιετικής
Ένωσης και στον ολοένα πιο ανοιχτό προσανατολισμό σοβιετικών πολιτικών και
οικονομολόγων προς αστικές, και ιδίως φιλελεύθερες, οικονομικοπολιτικές θέσεις.
Οι Cockshott και Cottrell ήθελαν, σε αυτό το πολιτικό κλίμα, στο οποίο οι
αστικοί ισχυρισμοί περί αναγκαστικής αναποτελεσματικότητας της σχεδιασμένης
οικονομίας είχαν γίνει σχεδόν παντού αποδεκτοί, να αντιπαραθέσουν μια αντίθετη
θέση και να υπερασπιστούν τη δυνατότητα και μάλιστα την ανωτερότητα ενός
αποτελεσματικού κεντρικού οικονομικού σχεδιασμού απέναντι στον καπιταλισμό.
Η σύλληψή τους για τον σοσιαλισμό στηρίζεται, κατά δήλωσή
τους, σε τρεις πυλώνες: στην εργασιακή θεωρία της αξίας, στην άμεση δημοκρατία
και σε αυτό που ονομάζουν «κυβερνητική ρύθμιση» της οικονομίας. Εδώ αρκεί να
σημειωθεί μόνο ότι το πρώτο σημείο βασίζεται σε μια εσφαλμένη κατανόηση των δύο
συγγραφέων σχετικά με το τι είναι και τι δεν είναι η εργασιακή θεωρία της αξίας
στον Marx – πρόκειται για μια θεωρητική σύλληψη που αποσκοπεί στην αποκάλυψη
των νομοτελειών του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και όχι, όπως φαίνεται να
πιστεύουν οι Cockshott και Cottrell, για ένα διαχρονικό μέτρο με το οποίο
μπορεί να διεξάγεται οποιουδήποτε είδους οικονομικός υπολογισμός· το δεύτερο
σημείο είναι, για άλλους λόγους, επίσης προβληματικό, πράγμα που όμως δεν
αποτελεί εδώ αντικείμενο[48]. Για
το παρόν κείμενο σχετικό είναι μόνο το μοντέλο τους για μια σοσιαλιστική
οικονομία.
Αυτό στηρίζεται σε έναν συνδυασμό από: 1) λογιστική σε
χρόνο εργασίας, 2) πίνακες εισροών-εκροών και 3) τη χρήση σύγχρονης τεχνολογίας
πληροφορίας και μαθηματικών μεθόδων για την επίλυση των σχετικών μαθηματικών
προβλημάτων.
Ως προς το 1): Όπως είχε ήδη διαπιστωθεί στη συζήτηση για
τον υπολογισμό, σε μια σχεδιασμένη οικονομία λείπουν οι τιμές της αγοράς ως
μέτρο που να καθιστά συγκρίσιμα μεταξύ τους διαφορετικά αγαθά. Οι Cockshott και
Cottrell συνεχίζουν εδώ από τη θέση του Marx, ο οποίος είχε ήδη υποδείξει τον
χρόνο εργασίας ως λογιστική μονάδα και μέτρο σύγκρισης της σοσιαλιστικής
οικονομικής λογιστικής· τον συγχέουν όμως με την εργασιακή θεωρία της αξίας του
Marx.
Ως προς το 2): Χρησιμοποιούν την ιδέα του πίνακα
εισροών-εκροών του Ρώσου, αλλά μετέπειτα μετανάστη στη Δύση, αστού
οικονομολόγου Wassily Leontief (για την οποία έλαβε το 1973 το Νόμπελ
Οικονομίας). Ο πίνακας αυτός είχε αναπτυχθεί από τον ίδιο αρχικά ως εργαλείο
ανάλυσης μιας καπιταλιστικής εθνικής οικονομίας: ένας πίνακας στον οποίο
καταγράφονται όλες οι εισροές και εκροές της παραγωγής και έτσι μπορούν να
απεικονιστούν οι ροές υλικών ανάμεσα σε διαφορετικούς κλάδους. Οι Cockshott και
Cottrell μετέτρεψαν τώρα αυτόν τον πίνακα του Leontief σε μέσο οικονομικού
σχεδιασμού στον σοσιαλισμό: για κάθε επιμέρους αγαθό υπάρχει σε αυτόν τον
πίνακα μία γραμμή και μία στήλη· ο πίνακας δείχνει πώς οι εκροές του ενός
βιομηχανικού κλάδου χρησιμοποιούνται ως εισροές άλλων βιομηχανικών κλάδων[49].
Ως προς το 3): Με τη βοήθεια του πίνακα εισροών-εκροών θα
πρέπει τώρα να είναι δυνατό να υπολογιστούν οι εργασιακές αξίες για όλα τα
προϊόντα. Μπροστά στην πολυπλοκότητα ενός τέτοιου πίνακα με εκατομμύρια
διαφορετικά αγαθά, κάτι που σημαίνει επίσης εκατομμύρια ταυτόχρονες εξισώσεις
που θα έπρεπε να λυθούν, ο απαιτούμενος χρόνος υπολογισμού με συμβατικές
μαθηματικές μεθόδους ήταν τότε υπερβολικά μεγάλος για να έχει πρακτική
χρησιμότητα. Επειδή όμως ο πίνακας στην πράξη είναι κυρίως αραιοκατοικημένος
(καθώς σε κάθε προϊόν ενσωματώνονται κατά κανόνα από δέκα έως μερικές
εκατοντάδες συνιστώσες, αλλά όχι εκατομμύρια· για την κατασκευή μιας ξυριστικής
μηχανής, για παράδειγμα, δεν χρειάζεται ούτε σιτάρι ούτε υφάσματα ταπετσαρίας),
προκύπτει ένα αραιά συμπληρωμένο σύστημα εξισώσεων, το οποίο στην πράξη λύνεται
πολύ ευκολότερα και με δραστικά μειωμένο χρόνο υπολογισμού. Για τον υπολογισμό
των χρόνων εργασίας κάθε επιμέρους προϊόντος, που περιπλέκεται κυρίως από το
γεγονός ότι πρέπει να συνυπολογιστεί όχι μόνο η άμεσα δαπανημένη εργασία αλλά
και εκείνη που έχει ήδη αντικειμενοποιηθεί στις εισροές, οι Cockshott και
Cottrell προτείνουν μια «επαναληπτική προσεγγιστική διαδικασία», δηλαδή μια
μαθηματική μέθοδο που προσεγγίζει βήμα προς βήμα την αξία. Το αποτέλεσμα, όπως
ισχυρίζονται, είναι ότι το σχέδιο για ολόκληρη την εθνική οικονομία μπορεί να
υπολογιστεί με τη βοήθεια των τότε (τέλη δεκαετίας 1980, αρχές δεκαετίας 1990)
υπολογιστών μέσα σε λίγα λεπτά[50]. Με
την ίδια μέθοδο θα μπορούσαν επιπλέον, ξεκινώντας από τον μακρύ κατάλογο των
τελικών προϊόντων που πρέπει να παραχθούν ως αποτέλεσμα της υλοποίησης του
σχεδίου, να υπολογιστούν όλες οι απαιτούμενες γι’ αυτά εισροές (πρώτες ύλες και
επεξεργασμένα ενδιάμεσα προϊόντα)[51].
Για να αποτρέψουν την εμφάνιση ελλείψεων και πλεονασμάτων
στα καταναλωτικά αγαθά, οι Cockshott και Cottrell προτείνουν (παρόμοια με τον
Lange) μια διαδικασία κατά την οποία οι τιμές των καταναλωτικών αγαθών
προσαρμόζονται στην προσφορά και τη ζήτηση. Η τιμή ισορροπίας των καταναλωτικών
αγαθών δεν θα προσδιοριζόταν (σε αντίθεση με τον Lange) μέσω μιας διαδικασίας trial-and-error, αλλά θα προέκυπτε από
τον κοινωνικά αναγκαίο κατά μέσο όρο χρόνο εργασίας που έχει αντικειμενοποιηθεί
στα αγαθά. Η τιμή αυτή επιπλέον (σε αντίθεση με τον Lange) δεν θα καθοριζόταν
από κάθε επιχείρηση ξεχωριστά, αλλά από μια κεντρική αρχή σχεδιασμού. Αν η
προσφορά αυτού του αγαθού υπερέβαινε τη ζήτηση, η τιμή θα μειωνόταν κάτω από
την εργασιακή αξία, ενώ σε περίπτωση έλλειψης θα συνέβαινε το αντίστροφο[52]. Αυτές
οι προσαρμογές τιμών είναι όμως στους Cockshott και Cottrell μόνο
βραχυπρόθεσμες διορθώσεις για να εξισορροπούνται οι διακυμάνσεις, ενώ
μακροπρόθεσμα τη βάση των τιμών θα πρέπει να τη σχηματίζουν οι εργασιακές
αξίες.
Για τη βιωσιμότητα της σύλληψης των Cockshott και Cottrell
Η σύλληψη των Cockshott και Cottrell αποφεύγει τις
θεμελιώδεις αντιφάσεις που προκύπτουν, για παράδειγμα, από το μοντέλο του Lange
(και ακόμη περισσότερο σε άλλα, ρητά «αγοραία σοσιαλιστικά» μοντέλα), όπου η
αυτονομία των επιχειρήσεων και ο προσανατολισμός τους στην αγορά ή σε στόχους
κέρδους έρχονται συστηματικά σε σύγκρουση με την κοινωνική ιδιοκτησία και τον
κεντρικό σχεδιασμό που απορρέει αναγκαστικά από αυτήν. Και η «αγορά»
καταναλωτικών αγαθών που προτείνουν δεν είναι στην πραγματικότητα αγορά, αλλά απλώς
μια προσομοίωση τιμών αγοράς, η οποία χρησιμοποιείται από τον κεντρικό
σχεδιασμό ως εργαλείο κατανομής των πόρων.
Το θεμελιώδες πρόβλημα της σύλληψής τους είναι αντίθετα
απλώς ότι είναι εξαιρετικά υποσύνθετη και αγνοεί πλήρως τις προκλήσεις της
σύγχρονης παραγωγικής οικονομίας. Ο πίνακας εισροών-εκροών αποτελεί για τους
Cockshott και Cottrell ένα κεντρικό εργαλείο οικονομικού σχεδιασμού.
Παρουσιάζουν υπολογισμούς για το πώς, με την τότε τεχνολογία υπολογιστών,
μπορεί κανείς με τη βοήθεια ενός τέτοιου πίνακα να υπολογίσει μέσα σε λίγα
λεπτά τις εργασιακές αξίες όλων των αγαθών καθώς και την ακαθάριστη εκροή
(δηλαδή όλες τις εκροές πρώτων υλών, ενδιάμεσων και τελικών προϊόντων) που
απαιτείται για την υλοποίηση του σχεδίου – με τη σημερινή τεχνολογία
υπολογιστών, συνεπώς, σε ελάχιστα κλάσματα του δευτερολέπτου. Αγνοούν όμως
διάφορα προβλήματα που καθιστούν έναν τέτοιο υπολογισμό πολύ δυσκολότερο.
Πρώτον, η εφαρμογή της λογιστικής εισροών-εκροών με αυτόν
τον τρόπο προϋποθέτει ότι οι σχέσεις ανάμεσα στα διαφορετικά αγαθά εξελίσσονται
γραμμικά. Για παράδειγμα: αν για την παραγωγή ενός προϊόντος Χ απαιτούνται 10
μονάδες ενέργειας και 10 ώρες εργασίας, τότε η παραγωγή πέντε φορές του Χ θα
απαιτούσε το πενταπλάσιο, δηλαδή 50 μονάδες ενέργειας και 50 ώρες εργασίας.
Αυτό όμως μόνο ρεαλιστικό δεν είναι. Διότι το πλεονέκτημα της μαζικής παραγωγής
συνίσταται συχνά ακριβώς στο ότι μια κλιμάκωση (πολλαπλασιασμός) της ποσότητας
παραγωγής επιτρέπει αναλογικά εξοικονομήσεις, π.χ. πέντε φορές το Χ θα
μπορούσαν στην πραγματικότητα να κοστίζουν μόνο 30 ώρες εργασίας και 35 μονάδες
ενέργειας. Και αν αυξήσουμε περαιτέρω την ποσότητα παραγωγής, θα μπορούσαν να
υπάρξουν και άλλες εξοικονομήσεις – ή σε κάποιο σημείο να εμφανιστεί ένα πλατώ,
όπου η εκ νέου διεύρυνση της παραγωγής να μην αποφέρει ή να αποφέρει μόνο μικρά
κέρδη αποδοτικότητας. Αν τώρα ανάμεσα σχεδόν σε όλα τα αγαθά υπάρχουν τέτοιες
σύνθετες, μη γραμμικές και μόνο εμπειρικά προσδιορίσιμες σχέσεις, τότε η
χρησιμότητα ενός πίνακα εισροών-εκροών τίθεται υπό αμφισβήτηση. Διότι τότε, σε
κάθε μετατόπιση ροών υλικών, π.χ. λόγω επικαιροποίησης του σχεδίου, τίθεται εκ
νέου το ερώτημα σε ποια σχέση ποσοτήτων απαιτείται ποιο αγαθό, ώστε το σχέδιο
να μπορεί να εκπληρωθεί κατά τον βέλτιστο τρόπο.
Δεύτερον, τα αγαθά δεν παράγονται μόνο, αλλά και
αποθηκεύονται και μεταφέρονται. Αυτό αυξάνει ακόμη περισσότερο την
πολυπλοκότητα του σχεδιασμού. Διότι δεν μπορούν όλα τα αγαθά να μεταφερθούν και
να αποθηκευτούν υπό τις ίδιες συνθήκες: ενώ δεν αποτελεί πρόβλημα να
αποθηκεύσει κανείς για 10 ημέρες στους 30°C ένα φορτίο χαλύβδινων ελασμάτων,
δύσκολα μπορεί να κάνει το ίδιο με ένα φορτίο φραουλών, αν πρόκειται αυτές να
παραμείνουν βρώσιμες μετά. Η μεταφορά και η αποθήκευση (καθώς και οι
περιορισμοί ως προς το πόσο χρόνο μπορεί γενικά να αποθηκευτεί ένα προϊόν)
αποτελούν λοιπόν ουσιώδες μέρος της οικονομίας και καταναλώνουν επίσης πόρους,
άρα πρέπει και αυτές να ενσωματωθούν στο σχέδιο. Είναι δύσκολο να φανταστεί
κανείς πώς αυτές οι όψεις, που προκύπτουν από τη συγκεκριμένη υλικότητα της
παραγωγής και εξαφανίζονται σε μια αφηρημένη θεώρηση, θα μπορούσαν να
αποτυπωθούν καν σε έναν πίνακα εισροών-εκροών. Εδώ θα ήταν λοιπόν απολύτως
αναγκαία πρόσθετα εργαλεία σχεδιασμού.
Μια τρίτη επιπλοκή προκύπτει από το ότι στην πραγματική
παραγωγική οικονομία τα αγαθά μπορούν συχνά να υποκαθιστούν το ένα το άλλο. Αν,
για παράδειγμα, ένα συγκεκριμένο πλαστικό γίνεται πολύ ακριβό ή η παραγωγή του
είναι ιδιαίτερα επιβλαβής για το περιβάλλον, μπορεί να υπάρχουν διάφορες
επιλογές άλλων υλικών με συγκρίσιμες ιδιότητες, των οποίων η χρήση θα ήταν
προτιμότερη. Με άλλα λόγια: δεν είναι πάντοτε απολύτως καθορισμένο ποια εισροή
απαιτείται για την παραγωγή ενός συγκεκριμένου αγαθού, αλλά αυτές οι εισροές
μπορεί να ποικίλλουν. Η κατά κάποιο τρόπο αντίστροφη περίπτωση είναι η λεγόμενη
συμπαραγωγή[53]. Με
τον όρο αυτό νοείται η ταυτόχρονη παραγωγή περισσότερων προϊόντων μέσα σε μια
παραγωγική διαδικασία, κατά την οποία προκύπτει αναγκαστικά τουλάχιστον ένα
παραπροϊόν. Για παράδειγμα, κατά την παραγωγή βουτύρου προκύπτει το ξινόγαλα ως
συμπαράγωγο, ή κατά τη διύλιση αργού πετρελαίου για την παραγωγή βενζίνης
προκύπτουν, μεταξύ άλλων, ντίζελ, λιπαντικά έλαια και υγραέρια. Τόσο η
συμπαραγωγή όσο και η υποκαταστασιμότητα των εισροών σημαίνουν ότι συχνά δεν
υπάρχει μια μονοσήμαντη, γραμμική σχέση ανάμεσα σε συγκεκριμένες εισροές και
συγκεκριμένες εκροές, αλλά διάφορες εισροές μπορούν να παράγουν την ίδια εκροή,
όπως επίσης και μια παραγωγική διαδικασία μπορεί να αποδίδει διαφορετικές
εκροές. Αυτό καθιστά επίσης πιο περίπλοκη την αποτύπωση σε πίνακες εισροών-εκροών,
διότι τότε δεν μπορούμε πλέον απλώς να διαμορφώσουμε για κάθε ατομικό
προϊόν-εκροή μία στήλη στην οποία να απαριθμούνται όλες οι εισροές από άλλες
βιομηχανίες, καθώς αυτές οι εισροές δεν παράγουν μόνο μία εκροή (συμπαραγωγή).
Ομοίως, ενδέχεται να υπάρχουν διαφορετικές παραλλαγές με τις οποίες μπορεί να
παραχθεί μια εκροή· πριν από την κατάρτιση του σχεδίου θα έπρεπε λοιπόν να έχει
αποφασιστεί ποια παραλλαγή επιλέγεται ή ποια εισροή επιλέγεται ανάμεσα σε
διαφορετικά δυνατά υποκατάστατα. Αυτό προϋποθέτει όμως με τη σειρά του ότι
γνωρίζει κανείς ήδη ποια απόφαση είναι οικονομικά η πιο λογική. Για να το
γνωρίζει αυτό, χρειάζεται στην πραγματικότητα ήδη μια συνολική εποπτεία όλων
των εισροών σε ολόκληρη την οικονομία. Και εδώ λοιπόν θα πρέπει να εφαρμοστούν
πρόσθετες διαδικασίες ή ενδεχομένως να γίνει αποδεκτό ότι κατά τόπους μπορεί να
εμφανιστούν προβλήματα εφοδιασμού.
Καταληκτικά μπορούμε να σημειώσουμε ότι στους Cockshott και
Cottrell ανήκει η αξία ότι, μετά τη νίκη της καπιταλιστικής αντεπανάστασης, σε
ένα κλίμα όπου η πολιτική αντίδραση διακήρυσσε τον οριστικό θάνατο του
σοσιαλισμού και μεγάλα τμήματα της «Αριστεράς» συμφωνούσαν μαζί της,
αναζωογόνησαν ξανά τη συζήτηση για τη σχεδιασμένη οικονομία και έστρεψαν την
προσοχή στα τεράστια δυναμικά της σύγχρονης τεχνολογίας υπολογιστών. Παρ’ όλα
αυτά, το μοντέλο τους παραμένει υπεραπλουστευμένο και η δυνατότητα εφαρμογής του
περιορισμένη. Η συμβολή τους θα έπρεπε να έχει ανοίξει ξανά τη συζήτηση· αντί
γι’ αυτό, κατά τις τελευταίες τρεισήμισι δεκαετίες δεν προέκυψαν σχεδόν καθόλου
σημαντικές νέες συμβολές στο θέμα, ούτε από τους ίδιους τους Cockshott και
Cottrell ούτε από άλλους συγγραφείς.
4. Ο σχεδιασμός της προόδου της παραγωγικότητας και, συναφώς: Πώς
μπορούν να επιβληθούν «σκληρές δεσμεύσεις σχεδίου» και να αποφευχθεί το
«παζάρεμα» γύρω από τους στόχους του σχεδίου;
Μερικές δεκαετίες μετά τις κριτικές των Mises και Hayek, ο
János Kornai μετέφερε την επιχειρηματολογία των αντισοσιαλιστών οικονομολόγων
σε ένα άλλο επίπεδο. Ο ρόλος των τιμών, του πληροφοριακού τους περιεχομένου και
του «ορθολογικού» οικονομικού υπολογισμού παίζει και σε αυτόν σημαντικό ρόλο,
αλλά πέρα από αυτά διατύπωσε και μια σειρά από άλλα επιχειρήματα που
αναφέρονται περισσότερο στη συμπεριφορά των διαφορετικών οικονομικών δρώντων
στη σχεδιασμένη οικονομία, ιδίως δε εκείνων που λαμβάνουν αποφάσεις, δηλαδή των
διευθύνσεων των επιχειρήσεων και των σχεδιαστών. Ο Kornai παραδέχεται μεν στη
σχεδιασμένη οικονομία ότι είναι ένα «λειτουργικό» σύστημα, με την έννοια ότι οι
πρωταρχικοί στόχοι μπορούν κατά κανόνα να επιτυγχάνονται. Συνεχίζει όμως:
«Πρέπει όμως να
προστεθεί ότι ο άμεσος γραφειοκρατικός έλεγχος είναι από πολλές απόψεις
αναποτελεσματικός. Είναι εξαιρετικά άκαμπτος· μεσολαβούν μεγάλες καθυστερήσεις
και σοβαρές απώλειες προτού προσαρμοστεί στις μεταβολές των αναγκών, της
τεχνολογίας, της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης ή του εξωτερικού
περιβάλλοντος. Δεν προσφέρει κίνητρα για ίδια πρωτοβουλία, επιχειρηματικό
πνεύμα ή καινοτομία.»[54].
«Ο μηχανισμός του
άμεσου γραφειοκρατικού ελέγχου θα λειτουργούσε καλά αν υπήρχαν τέλειες
πληροφορίες για το παρελθόν, αν η πρόβλεψη του μέλλοντος ήταν ακριβής και αν
κάθε εντολή εκτελούνταν χωρίς σφάλματα και με άψογη ακρίβεια. Στην πραγματική
ζωή οι πληροφορίες είναι ελλιπείς και ανακριβείς και υπάρχουν πολλές
αβεβαιότητες στην πρόβλεψη του μέλλοντος. Επιπλέον, τόσο εκείνοι που δίνουν τις
εντολές όσο και εκείνοι που υπακούουν στις εντολές είναι ζωντανοί, πλανώμενοι
άνθρωποι και όχι εξαρτήματα μιας μηχανής-ρολογιού. Τα προβλήματα […] προκύπτουν
κυρίως από τα κίνητρα και τις συγκρούσεις των εμπλεκομένων και από τις
στρεβλώσεις στη διαδικασία απόκτησης και χρήσης των πληροφοριών»[55].
Το πρόβλημα συνίσταται, κατά τον Kornai, στο ότι τελικά
μόνο η ιδιωτική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής οδηγεί στο να αναπτύξουν οι
διευθυντές μιας επιχείρησης ένα γνήσιο κίνητρο να αυξήσουν την αποδοτικότητα
και να μειώσουν το κόστος. Μέσω του ανταγωνισμού, οι καπιταλιστές
εξαναγκάζονται να επιδιώκουν την αποδοτικότητα και να αναλαμβάνουν κινδύνους
για να επικρατήσουν στην αγορά – ενώ στον σοσιαλισμό, αντίθετα, οι διευθύνσεις
των επιχειρήσεων θα επιδίωκαν πρωτίστως να μην έχουν μπελάδες και να ζουν ήσυχα,
γι’ αυτό και θα ήταν άστοχο να ασκούν κριτική, να εμφανίζονται με ασυνήθιστες
ιδέες ή γενικά να αναλαμβάνουν πρωτοβουλία. Το κίνητρο του να «σε αφήνουν
ήσυχο» θα ερχόταν τότε σε σύγκρουση με το επαγγελματικό ήθος και την πίστη στον
σοσιαλισμό, έτσι ώστε οι διευθύνσεις των επιχειρήσεων θα έπρεπε να αποφασίζουν
διαρκώς αν θα αναλάβουν πιθανές δυσκολίες για να διορθώσουν προβλήματα στην
επιχείρηση ή όχι[56].
Ιδιαίτερα από αυτό θα προέκυπτε, κατά τον Kornai, μια τάση
των διευθύνσεων των επιχειρήσεων προς «μαλακές δεσμεύσεις σχεδίου», δηλαδή προς
τέτοιες δεσμεύσεις που είναι εύκολα εκπληρώσιμες επειδή διατίθενται όσο το
δυνατόν περισσότεροι πόροι ως εισροές και οι στόχοι εκροής διατηρούνται χαμηλά:
«Ο διευθυντής της
επιχείρησης έχει συμφέρον να λάβει μια όσο το δυνατόν ευκολότερη αποστολή
παραγωγής και όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ποσότητα υλικών και εργατικής
δύναμης για την
εκτέλεσή της. Αυτό οδηγεί στις λιγότερες συγκρούσεις και
ελαχιστοποιεί τον
κίνδυνο να χάσει το μπόνους του ή ακόμη και να τιμωρηθεί, αν το σχέδιο δεν
τηρηθεί. Αυτά τα συμφέροντα ενθαρρύνουν τη στρέβλωση των πληροφοριών, με την
αναφορά μικρότερης ικανότητας και μεγαλύτερης ανάγκης σε εισροές απ’ ό,τι
προβλέπει το σχέδιο. Όταν βλέπει κανείς το πρώτο σχέδιο του προγράμματος, καλό
είναι να διαπραγματευτεί· παραπονούμενος και ίσως ζητώντας τη μεσολάβηση των
κομματικών οργανώσεων και των ανώτερων αρχών, προσπαθεί να λάβει ένα λιγότερο
αυστηρό σχέδιο, δηλαδή μια σχετικά μικρότερη κατανομή εκροής και μια σχετικά
μεγαλύτερη παροχή εισροών. […] Οι έμπειροι καταρτιστές σχεδίων της διεύθυνσης
είναι όμως ενήμεροι για αυτή την τάση. Στην αρχική φάση του σχεδιασμού
επιβάλλουν ένα σχέδιο κατά 10 ή 20 τοις εκατό αυστηρότερο απ’ ό,τι οι ίδιοι
θεωρούν ρεαλιστικό και υπολογίζουν ότι η επιχείρηση θα προσπαθήσει να το
υποσκάψει.»[57].
Από αυτό θα προέκυπτε ένα διαρκές τράβηγμα ανάμεσα στα
διαφορετικά επίπεδα λήψης αποφάσεων της σχεδιασμένης οικονομίας, καθώς οι
κεντρικοί σχεδιαστές θα προσπαθούσαν να επιβάλουν ένα όσο το δυνατόν πιο
«σφιχτό» σχέδιο και, προβλέποντας τις αναμενόμενες προσπάθειες των διαχειριστών
των επιχειρήσεων να διαπραγματευτούν ευκολότερους στόχους σχεδίου, θα τους
όριζαν προληπτικά ήδη υψηλότερα.
Μια άλλη μέθοδος των ανώτερων επιπέδων για να επιβάλουν
ρεαλιστικούς ή αντίστοιχα υψηλούς στόχους σχεδίου συνίσταται στο να λαμβάνουν
ως βάση για τους στόχους του σχεδίου κάθε φορά το επίπεδο παραγωγής του
προηγούμενου έτους και πάνω σε αυτό να προσθέτουν ένα ορισμένο ποσοστό αύξησης.
Αυτό όμως θα οδηγούσε τότε στο να συγκρατούν οι επιχειρήσεις συνειδητά την
επίδοσή τους, ώστε να μην τους επιβληθεί το επόμενο έτος ένα δυσκολότερα
εκπληρώσιμο σχέδιο. Θα προσπαθούσαν λοιπόν να εκπληρώνουν το προβλεπόμενο σχέδιο
ακριβώς περίπου στο 100% ή να το υπερκαλύπτουν ελάχιστα, για να λάβουν τα πριμ
της εκπλήρωσης του σχεδίου, αλλά μια υπερβολικά μεγάλη υπερεκπλήρωση θα
αποφεύγεται σκόπιμα. Για τον ίδιο λόγο θα στρεβλωνόταν συστηματικά και η ροή
πληροφοριών ανάμεσα στα διάφορα επίπεδα της σχεδιασμένης οικονομίας – κεντρική
αρχή σχεδιασμού, κλαδικά υπουργεία, περιφερειακές αρχές, επιχειρήσεις: «Η διαδικασία οδηγεί τελικά σε μια μεθοδική
στρέβλωση της ροής πληροφοριών προς τα πάνω, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα την
υποεκτίμηση των δυνατοτήτων και την απόκρυψη των επιδόσεων»[58].
Και εδώ ισχύει: η επιχειρηματολογία του Kornai θα πρέπει
καταρχήν να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Αν ο σοσιαλιστικός οικονομικός σχεδιασμός είχε
πράγματι να παλέψει εγγενώς με το πρόβλημα ότι φιλόδοξες δεσμεύσεις σχεδίου δεν
θα μπορούσαν να επιβληθούν από το κέντρο απέναντι στα κατώτερα επίπεδα και
ιδιαίτερα στις παραγωγικές μονάδες, τότε αυτό θα αποτελούσε όντως ένα
μειονέκτημα, το οποίο τουλάχιστον θα έπρεπε να αντισταθμίζεται από άλλα
πλεονεκτήματα της σχεδιασμένης οικονομίας, ώστε να μη βρεθεί στην εργασία και στην
παραγωγικότητα πίσω από τον ταξικό εχθρό με τη μορφή των καπιταλιστικών κρατών.
Ο Kornai μάς στρέφει εδώ έμμεσα σε ένα εντελώς διαφορετικό
πρόβλημα, δηλαδή στο ερώτημα πάνω σε ποια βάση μπορεί κανείς να λάβει υπόψη
μεταβολές στην παραγωγή μέσα στο σχέδιο. Σε μια στατική οικονομία, ή σε μια
οικονομία στην οποία απλώς αυξάνεται σε κλίμακα η ήδη υπάρχουσα παραγωγή (για
παράδειγμα αντί για 100 ραπτομηχανές, ώστε να ραφτούν 1000 παντελόνια, 150
ραπτομηχανές για να ραφτούν 1500 παντελόνια), αυτό το πρόβλημα δεν υπάρχει.
Διαφορετικά έχει το ζήτημα όταν εισάγονται νέες τεχνολογίες, μηχανές ή μέθοδοι,
οι οποίες προορίζονται να τροποποιήσουν τον συνδυασμό εργατικής δύναμης και
μέσων παραγωγής, να γίνουν αποτελεσματικότερες και επομένως να είναι μόνο σε
έναν ορισμένο βαθμό υπολογίσιμες εκ των προτέρων – πράγμα που αποτελεί
αναγκαστική συνέπεια του ότι είναι νέες. Αυτό είναι σημαντικό, αφενός, επειδή
χωρίς αυτούς τους παράγοντες δεν μπορεί να καταρτιστεί ένα συνεκτικό σχέδιο:
Αν, για παράδειγμα, μια νέα μηχανή μειώνει την κατανάλωση μιας συγκεκριμένης
πρώτης ύλης, αλλά απαιτεί επιπλέον μια άλλη πρώτη ύλη και αυξάνει την εκροή του
τελικού προϊόντος, τότε μεταβάλλονται οι σχέσεις προμήθειας με πολλές άλλες
επιχειρήσεις. Αν αυτό δεν προγραμματιστεί, προκύπτουν στενότητες και αντίστοιχη
σπατάλη, παραγωγή πέρα από τις ανάγκες κ.ο.κ. Τέτοια προβλήματα μπορούν να
αποφευχθούν μόνο εν μέρει μέσω προηγούμενων δοκιμών και προσομοιώσεων, επειδή η
αποτελεσματικότητα και η αποδοτικότητα νέων τεχνολογιών είναι τελικά αποτέλεσμα
μιας συνολικότητας παραγόντων που δεν μπορούν να ελεγχθούν εξαντλητικά με αυτόν
τον τρόπο.
Τι σχέση έχει λοιπόν αυτό με το πρόβλημα που θέτει ο
Kornai; Αυτό το πρόβλημα των διαρκών διαπραγματεύσεων ανάμεσα στα επίπεδα του
σχεδιασμού προϋποθέτει ότι δεν υπάρχει αντικειμενικό μέτρο για την απόδοση και
την αναμενόμενη αύξηση της απόδοσης μιας επιχείρησης κατά την επόμενη περίοδο
σχεδίου και ότι, γι’ αυτό τον λόγο, είναι κανείς αναγκασμένος να στηρίζεται σε
λίγο-πολύ αυθαίρετους υπολογισμούς του κέντρου, καθώς και στις εκτιμήσεις των
ίδιων των επιχειρήσεων. Το «τράβηγμα» με τη μορφή των διαδικασιών διαπραγμάτευσης
προκύπτει λοιπόν όταν λείπει ένα αντικειμενικό μέτρο για τη ρεαλιστικά
αναμενόμενη παραγωγική επίδοση της επιχείρησης. Υπό αυτές τις συνθήκες είναι
πράγματι εύλογο να υποθέσουμε εν μέρει αντικρουόμενα συμφέροντα (ο διευθυντής
της επιχείρησης θέλει να εκπληρώσει το σχέδιο, αφού από αυτό εξαρτώνται μεταξύ
άλλων και τα μπόνους του, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας μπορεί, για παράδειγμα, να
καθαιρεθεί). Μέσα στον περιορισμένο ιδεολογικό ορίζοντα σκέψης του Kornai, η
μόνη δυνατή λύση συνίσταται στην ιδιωτικοποίηση των επιχειρήσεων και στην
υπαγωγή τους στην πειθαρχία της αγοράς. Το αν τέτοια προβλήματα μπορούν να
λυθούν και στον σοσιαλισμό, δεν το εξετάζει σοβαρά.
Μια λύση υπό σοσιαλιστικές συνθήκες θα προϋπέθετε λοιπόν να
βρεθούν αντικειμενικά μέτρα, ώστε να ξεφύγει κανείς από την αυθαιρεσία τέτοιων
διαπραγματεύσεων, οι οποίες παραμορφώνονται από ατομικά ή ομαδικά συμφέροντα,
και γενικότερα να μειωθεί η έκταση των διαπραγματεύσεων ανάμεσα στα διαφορετικά
επίπεδα.
Τώρα, έτσι κι αλλιώς, ένας λεπτομερής κεντρικός σχεδιασμός
ολόκληρης της εθνικής οικονομίας είναι πιθανό να είναι δυνατός μόνο στη βάση
επεξεργασμένων παραγωγικών συναρτήσεων των επιμέρους επιχειρήσεων: μιας
συνάρτησης που, με γνωστές εισροές, καθιστά δυνατό τον υπολογισμό των εκροών
και μπορεί επίσης να προβλέπει όσο γίνεται πιο αντικειμενικά και ρεαλιστικά τις
μεταβολές του παραγωγικού αποτελέσματος και της παραγωγικότητας. Μια παραγωγική
συνάρτηση είναι, επομένως, ένα μαθηματικό μοντέλο μιας μονάδας παραγωγής και
περιγράφει τη σχέση ανάμεσα στις εισροές (π.χ. πρώτες ύλες, πρόδρομα προϊόντα,
ενέργεια, εργατική δύναμη) και στην αντίστοιχη εκροή (τελικά προϊόντα,
απόβλητα, απορριπτόμενη θερμότητα).
Ο ενδοεπιχειρησιακός σχεδιασμός απαιτεί και στον
καπιταλισμό να υπάρχουν δεδομένα σχετικά με το πόσο γρήγορα μπορεί να εργαστεί
κανείς στους επιμέρους σταθμούς, για παράδειγμα σε έναν ιμάντα μεταφοράς· πόσο
παραγωγική είναι η εφοδιαστική, πόσο αποτελεσματική η αποθήκευση κ.ο.κ. Αυτά τα
δεδομένα σε πολλές περιπτώσεις δεν μπορούν να προσδιοριστούν γενικά, αλλά
διαφέρουν από επιχείρηση σε επιχείρηση (π.χ. επειδή οι διαδρομές μεταφοράς στο
εσωτερικό της επιχείρησης έχουν διαφορετικό μήκος) και γι’ αυτό πρέπει να
καταγράφονται χωριστά σε κάθε επιχείρηση. Μέσω της τυποποίησης των προϊόντων
και της παραγωγής, μιας γενικά καλύτερης κατανόησης των τεχνικών διαδικασιών
και της συλλογής δεδομένων, που όλα ήδη λαμβάνουν χώρα σήμερα σε καπιταλιστικές
βιομηχανικές επιχειρήσεις, οι αρχές σχεδιασμού θα διέθεταν ουσιαστικά μια
ρεαλιστική, αντικειμενική βάση για να κρίνουν τι μπορεί και τι δεν μπορεί να
επιτύχει μια επιχείρηση.
Πάνω στη βάση αυτών των δεδομένων θα μπορούσε κατόπιν να
διατυπωθεί μια παραγωγική συνάρτηση τόσο για ιδιαίτερα σημαντικές μηχανές και
εγκαταστάσεις όσο και για την επιχείρηση στο σύνολό της.
Ακόμη και στην αστική επιστήμη της οικονομίας της παραγωγής
χρησιμοποιούνται εδώ και καιρό παραγωγικές συναρτήσεις, και στον επιχειρησιακό
σχεδιασμό ιδίως η παραγωγική συνάρτηση Leontief.
Μια παραγωγική συνάρτηση, που χρησιμοποιείται ως εργαλείο
σχεδιασμού, πρέπει να είναι σε θέση όχι μόνο να προβλέπει ποιες εκροές
αναμένονται για δεδομένες εισροές, αλλά και ποιος συνδυασμός εισροών και
συγκεκριμένων εργασιακών διαδικασιών μπορεί να επιτύχει τους τεθέντες στόχους
με τον πιο αποδοτικό τρόπο. Καθώς σε μια σοσιαλιστική οικονομία θα απαιτείται
υψηλότερος βαθμός σχεδιασμού, ώστε να υπάρχουν για κάθε επιμέρους επιχείρηση
σχέδια που να μπορούν να ενσωματωθούν στο συνολικό οικονομικό σχέδιο, θα είναι
σε σύγκριση με τον καπιταλισμό αναγκαία η κατάρτιση παραγωγικών συναρτήσεων και
σε πρόσθετες περιπτώσεις.
Λόγω της υλικής βάσης της, η παραγωγή σε κάθε βιομηχανικό
κλάδο διαφέρει από εκείνη άλλων κλάδων, εν μέρει μάλιστα σημαντικά. Έτσι, για
παράδειγμα, στη μηχανοκατασκευή απαιτείται κατά κανόνα για μια συγκεκριμένη
μηχανή ένα ορισμένο, ακριβώς προσαρμοσμένο εξάρτημα, ενώ στη χημική βιομηχανία
ορισμένες ουσίες μπορούν συχνά να αντικατασταθούν από άλλες. Γι’ αυτό
απαιτείται για κάθε μονάδα παραγωγής μια δική της μαθηματική μοντελοποίηση. Όσο
ακριβέστερη πρέπει να είναι αυτή, τόσο πιο δαπανηρός γίνεται ο υπολογισμός
(καθώς και η συλλογή δεδομένων που απαιτείται γι’ αυτόν). Συχνά λοιπόν, στη
συγκεκριμένη περίπτωση, θα πρέπει να σταθμίζεται ανάμεσα σε όσο γίνεται
ακριβέστερη μοντελοποίηση των επιμέρους μονάδων παραγωγής και στην πρακτική
δυνατότητα υλοποίησης ενός τέτοιου υπολογισμού με αποδεκτό κόστος.
Η κατάρτιση τέτοιων μοντέλων είναι αναγκαστικά έργο του
μέλλοντος, μέσα σε μια μελλοντική σοσιαλιστική οικονομία. Συνίσταται στην
εφαρμογή μαθηματικών μεθόδων πάνω σε διαθέσιμα δεδομένα για την παραγωγή –
αυτές οι συναρτήσεις, επομένως, πρέπει να διατυπώνονται ξανά και ξανά εκ νέου
και έχουν νόημα μόνο στη βάση επίκαιρων δεδομένων. Δεν είναι λοιπόν δυνατό να
σχεδιάσει κανείς σήμερα και τώρα ένα με αυτή την έννοια ακριβές μοντέλο μιας
σοσιαλιστικής οικονομίας, το οποίο θα είχε στο μέλλον οποιαδήποτε ακόμη συνάφεια.
Επιπλέον, θα είναι αναγκαίος ένας συνεχής έλεγχος και
αναθεώρηση των μοντέλων, πράγμα που δεν είναι καθαρά θεωρητικό αλλά πρακτικό
καθήκον. Θα χρειαστεί να διαπιστωθεί ποιος βαθμός ανακρίβειας στον
επιχειρησιακό σχεδιασμό μέσω τέτοιων συναρτήσεων είναι αποδεκτός, τι είναι
γενικά δυνατό να προβλεφθεί με κάποια αξιοπιστία και σε ποια σημεία πρέπει να
εφαρμόζονται προσεγγιστικές μέθοδοι. Αυτό δεν μπορεί να προβλεφθεί μόνο από τη
θεωρία, διότι, για παράδειγμα, αποτελεί ζήτημα εμπειρικής έρευνας το πώς ανακρίβειες
που στην επιμέρους περίπτωση φαίνονται αμελητέες μπορούν, στο επίπεδο της
συνολικής οικονομίας, να αναπαράγονται και έπειτα να αυξάνονται εκθετικά. Η
διαδικασία σχεδιασμού θα είναι λοιπόν μια διαδικασία που θα πρέπει μέσα σε
μερικά χρόνια να βελτιστοποιείται ξανά και ξανά, να καθιερώνεται, να
οικοδομείται και να διορθώνεται συνεχώς, ώστε να επιτυγχάνεται ένα μέγιστο
βαθμό αποτελεσματικότητας. Και τέλος, η εξέλιξη της παραγωγής, όταν
μεταβάλλονται οι συνθήκες (π.χ. μεγαλύτερες εισροές, νέες τεχνολογίες), συχνά
μπορεί μόνο να υποτεθεί και όχι να προβλεφθεί με ακρίβεια. Εδώ το καθήκον
συνίσταται στο να φτάσει κανείς σε μια όσο γίνεται ακριβέστερη και θεμελιωμένη
εκτίμηση.
Μπορούμε ωστόσο σε αυτό το σημείο να συγκρατήσουμε καταρχάς
ότι, πρώτον, η ανάπτυξη συναρτήσεων για τον επιχειρησιακό σχεδιασμό
πραγματοποιείται εδώ και καιρό στην αστική επιστήμη διοίκησης επιχειρήσεων και
έτσι βελτιώνει καταρχήν και τη δυνατότητα σχεδιασμού των οικονομικών διεργασιών
στον σοσιαλισμό· ότι, δεύτερον, αυτές δεν είναι ακόμη επαρκείς για εφαρμογή
στον σχεδιασμό και το πρόβλημα αυτό μπορεί να λυθεί μόνο μέσω του διαρκούς
ελέγχου της θεωρίας στην πράξη· ότι, τρίτον, όμως, η κατάρτιση ακριβέστερων
παραγωγικών συναρτήσεων για επιμέρους επιχειρήσεις σε μια σοσιαλιστική
οικονομία θα είναι κατά πάσα πιθανότητα ευκολότερη απ’ ό,τι στην καπιταλιστική,
αφού θα εκλείπουν επιβαρυντικοί παράγοντες όπως ο συσχετισμός δύναμης ανάμεσα
στο κεφάλαιο και την εργασία ή οι κυκλικές διακυμάνσεις.
Αυτό το καθήκον θα έπρεπε έτσι κι αλλιώς, σε μια
σχεδιασμένη οικονομία, να εκπληρώνεται —για καθαρά τεχνικούς λόγους— μέσω μιας
πιο μακρόχρονης συνεργασίας ανάμεσα σε μηχανικούς, διεύθυνση της επιχείρησης
και στελέχη της αρχής σχεδιασμού, καθώς γι’ αυτό απαιτούνται δεδομένα και
εμπειρίες τόσο από το επίπεδο της επιχείρησης όσο και από το επίπεδο της
συνολικής εθνικής οικονομίας.
Αν όμως τέτοιες συναρτήσεις υπάρχουν ήδη και χρησιμεύουν ως
βάση του σχεδίου, τότε το περιθώριο διαπραγμάτευσης θα ήταν σχετικά μικρό,
επειδή η παραγωγική ικανότητα καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις τεχνικές
προϋποθέσεις και και οι αυξήσεις της παραγωγής μπορούν να εκτιμηθούν πάνω στη
βάση της εμπειρίας. Η πραγματική διαδικασία θα είχε μάλλον τον χαρακτήρα μιας
κοινής καταγραφής, από την αρχή σχεδιασμού και τη διεύθυνση της επιχείρησης,
των δυνατοτήτων της επιχείρησης, παρά μιας διαπραγμάτευσης για έναν συγκεκριμένο
κατάλογο εντολών. Η αντίληψη του Kornai ότι οι αρχές σχεδιασμού εξαπατώνται και
ξεγελιούνται διαρκώς από τις διευθύνσεις των επιχειρήσεων μέσα σε συνεχείς
διαπραγματεύσεις είναι εντελώς μη ρεαλιστική, εφόσον στην αρχή σχεδιασμού
εργάζονται έστω και κατά προσέγγιση ικανοί ειδικοί με τεχνική εκπαίδευση και
εμπειρία στη βιομηχανία.
Τι γίνεται όμως όταν, πράγμα που θα συμβαίνει πολύ συχνά,
πρέπει να προσαρμοστεί το παραγωγικό σχέδιο της επιχείρησης; Τέτοιες
προσαρμογές μπορεί να είναι σχετικά απροβλημάτιστες — αν, για παράδειγμα,
χρειάζονται περισσότερες βίδες και λιγότερα παξιμάδια, τότε κατά κανόνα δεν
είναι πρόβλημα να προσαρμοστούν σε πραγματικό χρόνο ανάλογα οι στόχοι του
σχεδίου και η παραγωγή. Πιο σύνθετα προβλήματα προκύπτουν όταν τίθενται σε
χρήση νέες μηχανές, τεχνολογίες ή τεχνικές παραγωγής, που αποσκοπούν στην
αύξηση της παραγωγικότητας. Η δυσκολία έγκειται τότε στο ότι η αρχή σχεδιασμού
πρέπει να διαμορφώσει μια πρόγνωση για το ποιες επιπτώσεις θα έχει η καινοτομία
στην παραγωγικότητα και συνεπώς και στην παραγωγή. Σε πολλές περιπτώσεις μπορεί
να αρκεί να αντικατασταθεί στην επιχειρησιακή παραγωγική συνάρτηση μία
μεταβλητή, η οποία εξέφραζε την παραγωγικότητα μιας παλιάς μηχανής, με μια άλλη
(την παραγωγικότητα της νέας μηχανής). Συχνά όμως μια ακριβής πρόγνωση δεν θα
είναι δυνατή στο σημερινό επίπεδο της έρευνας: δεν είναι πάντοτε δυνατό να
προβλεφθεί με ακρίβεια πώς θα εξελιχθεί η παραγωγικότητα, επειδή αυτή εξαρτάται
από πολλούς παράγοντες, οι οποίοι με τη σειρά τους μπορούν να αλληλεπιδρούν
μεταξύ τους· αλλά και επειδή υπάρχουν πάρα πολλές δυνατότητες αύξησής της, χωρίς
να γνωρίζει κανείς εκ των προτέρων ποιες από αυτές θα λειτουργήσουν.
Είναι αρκετά εύλογο να υποθέσει κανείς ότι στο μέλλον
ακριβέστερες προβλέψεις θα μπορούσαν να δημιουργούνται μέσω μοντέλων Τεχνητής
Νοημοσύνης, τα οποία, πάνω στη βάση των διαθέσιμων δεδομένων, θα καταλήγουν
μέσω μηχανικής μάθησης σε πιο τεκμηριωμένες εκτιμήσεις. Εδώ, ωστόσο, χρειάζεται
προσοχή, καθώς η ΤΝ, στο σημερινό επίπεδο, εξακολουθεί να παράγει σχετικά
απρόβλεπτα και λανθασμένα αποτελέσματα — τουλάχιστον, λοιπόν, θα ήταν φρόνιμο
να εκπαιδεύονται παράλληλα πολλά μοντέλα με δεδομένα και τα αποτελέσματά τους
να συγκρίνονται μεταξύ τους.
Όπως και να έχει, παρά τη μεγάλη τεχνική πρόκληση που
συνιστά η πρόγνωση της εξέλιξης της παραγωγής και της παραγωγικότητας, υπάρχουν
λίγοι λόγοι να υποθέσει κανείς ότι το πρόβλημα που περιγράφει ο Kornai είναι
άλυτο[59]. Διότι
και οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις εξαρτώνται σε ελάχιστα μικρότερο βαθμό από
το να αποκτούν όσο γίνεται ακριβέστερες εκτιμήσεις για τις επιπτώσεις των
τεχνικών καινοτομιών. Και σε μια καπιταλιστική βιομηχανική επιχείρηση, πριν από
την αγορά μιας σημαντικής νέας μηχανής, υπολογίζεται πρώτα με ακρίβεια ποιες
επιπτώσεις θα έχει αυτή στη συνολική διαδικασία παραγωγής, γιατί διαφορετικά θα
ακολουθούσαν δυνητικά τεράστιες απώλειες τριβής, για παράδειγμα από
καθυστερήσεις ή ελλείψεις στις παραδόσεις, που θα επιβάρυναν άμεσα το ποσοστό
κέρδους.
Στο σημερινό επίπεδο μπορούμε λοιπόν να συγκρατήσουμε τα
εξής: η εκτίμηση των αυξήσεων της παραγωγής και της παραγωγικότητας μπορεί,
μέχρι έναν ορισμένο βαθμό, να γίνεται αντικειμενικά πάνω στη βάση εμπειρικών
δεδομένων ή δοκιμών. Η περαιτέρω βελτίωση αυτών των προβλέψεων (και ο έλεγχος
της δυνατότητας εφαρμογής νέων τεχνολογιών όπως η ΤΝ για αυτόν τον σκοπό) θα
αποτελούσε σε μια σχεδιασμένη οικονομία σημαντικό ερευνητικό πεδίο, επειδή από
αυτό εξαρτώνται η συνοχή και η ρεαλιστικότητα των σχεδίων. Ανακρίβειες μπορούν
ασφαλώς να εμφανιστούν στις προβλέψεις και, σε αυτή την περίπτωση, η κατάρτιση
του σχεδίου θα πρέπει κατά κανόνα να αποφεύγει τα άκρα: αν μια αύξηση της
παραγωγικότητας εκτιμηθεί υπερβολικά αισιόδοξα και μεταφραστεί σε δυσανάλογα
υψηλούς στόχους σχεδίου, το σχέδιο θα είναι ανεφάρμοστο και θα προκύψουν
δυσαναλογίες στις σχέσεις εφοδιασμού ανάμεσα στις επιχειρήσεις· αν, αντίθετα, η
εκτίμηση είναι πολύ συντηρητική και ο στόχος του σχεδίου αναλόγως χαμηλός, θα
ανακοπεί η οικονομική ανάπτυξη. Τίποτα όμως δεν συνηγορεί υπέρ της υπόθεσης ότι
πρόκειται για πρόβλημα άλυτο στον σοσιαλισμό ή για πρόβλημα που θα έπρεπε
αναγκαστικά να υπονομεύει σοβαρά την αποτελεσματικότητα του οικονομικού
συστήματος.
Το πρόβλημα του Kornai σχετικά με την επιβολή «σκληρών
στόχων σχεδίου» μπορεί όμως να αντιμετωπιστεί και με έναν ακόμη τρόπο, δηλαδή
με το να καταπολεμηθούν πιθανά κίνητρα των επιχειρήσεων να απαιτούν πολύ
χαμηλούς στόχους εκροής και πολύ υψηλούς στόχους εισροών. Οι συλλογικότητες των
εργαζομένων και οι διευθύνσεις των επιχειρήσεων είναι ταυτόχρονα και μέλη της
κοινωνίας, τα οποία, ως συλλογικοί ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής (όχι της
μεμονωμένης επιχείρησης, αλλά όλων των επιχειρήσεων), έχουν συμφέρον σε μια
θετική εξέλιξη της εθνικής οικονομίας. Αυτό το συμφέρον πρέπει να εξηγείται και
να γίνεται κάθε φορά συγκεκριμένα σαφές. Η σοσιαλιστική οικονομία όμως
επιτρέπει και στην πράξη μια διαρκή αμοιβαία λογοδοσία και έλεγχο στους χώρους
παραγωγής και ιδιαίτερα και τον έλεγχο των διευθύνσεων των επιχειρήσεων από τις
συλλογικότητες των εργαζομένων. Η ενδοεπιχειρησιακή δημοκρατία μπορεί έτσι να
βοηθήσει και στην καταπολέμηση κοινωνικά επιβλαβών συμπεριφορών της διεύθυνσης
της επιχείρησης.
Στα ιστορικά σοσιαλιστικά κράτη χρησιμοποιήθηκαν επιπλέον
και κινήματα πρωτοπόρων εργατών για την αύξηση της παραγωγής, το πιο γνωστό με
τη μορφή του κινήματος του Σταχάνοφ
στη Σοβιετική Ένωση, όπου πρωτοπόρες ταξιαρχίες μέσα στην επιχείρηση, με
πρότυπο τον ανθρακωρύχο Σταχάνοφ, που εκπλήρωνε πολλαπλάσιο του ημερήσιου
στόχου του, διερευνούσαν δυνατότητες αύξησης της παραγωγής και μπορούσαν να
επιβραβεύονται γι’ αυτό.
Μια ακόμη δυνατότητα συνίσταται στο να ανατίθεται στις
επιχειρήσεις (συλλογικότητες εργαζομένων και διευθύνσεις) η εκπόνηση
αντισχεδίων απέναντι στα δεδομένα σχέδια, όπου θα μπορούσε να προβλέπεται ένα
μπόνους όταν δηλώνονται εθελοντικά υψηλότεροι στόχοι παραγωγής και ένα ακόμη
όταν αυτοί εκπληρώνονται πράγματι. Με αυτόν τον τρόπο θα αντισταθμιζόταν το
κίνητρο να δηλώνονται τεχνητά χαμηλοί στόχοι παραγωγής, ώστε να επιτυγχάνονται
«μαλακοί στόχοι σχεδίου». Σε τέτοια μπόνους θα έπρεπε να δοθεί προσοχή ώστε να
μην μπορούν να προκύψουν από αυτά μόνιμες κοινωνικές ανισότητες μέσα στην
εργατική τάξη (κάτι που, για παράδειγμα, δεν θα συνέβαινε αν μια επιτυχημένη
επιχείρηση λάμβανε για ένα έτος επιπλέον ημέρες άδειας ή ελεύθερη είσοδο σε
κινηματογράφους ή συναυλίες). Το κίνημα των αντισχεδίων ήταν ένα συχνά
χρησιμοποιούμενο εργαλείο στη Σοβιετική Ένωση, στη ΛΔΓ και σε άλλες
σοσιαλιστικές χώρες και θα έπρεπε να αξιολογηθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια ποια
επιτυχία, αλλά και ποιες αποτυχίες και ακούσιες συνέπειες είχε. Η μέθοδος
φαίνεται πάντως κατ’ αρχήν λογική για να δημιουργεί κίνητρα αύξησης της
παραγωγικότητας και της παραγωγής εκεί όπου αυτά, παρά όλη την τυποποίηση και
τον αντικειμενικοεπιστημονικό σχεδιασμό, ενδέχεται να παραμένουν αναγκαία. Στο
μέλλον θα έπρεπε σε αυτή τη διαδικασία να δοθεί προσοχή όχι μόνο σε ποσοτικά
αλλά και σε ποιοτικά κριτήρια για τις βελτιώσεις της επίδοσης της επιχείρησης
και φυσικά και στο ότι η αύξηση της παραγωγής είναι λογική μέσα στο πλαίσιο του
δεδομένου σχεδίου — δηλαδή να μην παράγονται πλεονάζοντα αγαθά ούτε να
καταναλώνονται εισροές που θα χρειάζονταν αλλού. Πιθανότατα τέτοιες μέθοδοι
αύξησης της παραγωγής σήμερα σε πολλούς τομείς θα ήταν όμως και περιττές ή
ακόμη και αντιπαραγωγικές, καθώς η παραγωγή είναι ήδη σχεδιασμένη σε τέτοιο
βαθμό, ώστε κάθε απόκλιση από το σχέδιο (ακόμη και αποκλίσεις προς τα πάνω) να
προκαλεί κυρίως προβλήματα.
Μπορούμε, επομένως, να συνοψίσουμε ότι το επιχείρημα του
Kornai έχει καταστεί αστήρικτο το αργότερο μπροστά στη σημερινή παραγωγική
οικονομία και στις απαιτήσεις που αυτή θέτει στον επιχειρησιακό σχεδιασμό.
5. Οδηγεί η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας αναγκαστικά σε σπατάλη
και αναποτελεσματικότητα; Το υποτιθέμενο πρόβλημα των «μαλακών δημοσιονομικών
περιορισμών»
Οι επιχειρήσεις σε μια σοσιαλιστική σχεδιασμένη οικονομία
βρίσκονται σε κοινωνική ιδιοκτησία, δεν παράγουν για την αγορά και δεν είναι
προσανατολισμένες σε αυτήν – αποστολή τους είναι να εκπληρώνουν στόχους
σχεδίου, οι οποίοι με τη σειρά τους προσανατολίζονται στις διαπιστωμένες
κοινωνικές ανάγκες. Οι συνέπειες του γεγονότος ότι μια επιχείρηση ανήκει στην
κοινωνία είναι εξαιρετικά εκτεταμένες. Μια καπιταλιστική ιδιωτική επιχείρηση
λειτουργεί για δικό της λογαριασμό, επεκτείνεται όταν έχει κέρδη και, όταν έχει
ζημιές, κάποια στιγμή γίνεται αφερέγγυα. Μια σοσιαλιστική επιχείρηση, αντίθετα,
δεν είναι αυτόνομη μονάδα, αλλά μέρος του συνολικού οικονομικού οργανισμού.
Εφόσον ανήκει στην κοινωνία, δεν μπορεί κανείς άλλος πέρα από ολόκληρη την
κοινωνία να επωμιστεί και τις ζημιές που προκύπτουν σε περίπτωση λανθασμένων
αποφάσεων και αναποτελεσματικής παραγωγής. Το να επιρρίψει κανείς αυτές τις
ζημιές στην ίδια την επιχείρηση δεν είναι μόνο παράλογο, αλλά και αδύνατο, όταν
η επιχείρηση δεν αποτελεί καν αυτόνομο υποκείμενο.
Φυσικά, και σε μια σχεδιασμένη οικονομία μπορεί να ληφθεί η
απόφαση να παύσει να λειτουργεί μια συγκεκριμένη επιχείρηση. Πρόκειται όμως
τότε για μια εντελώς διαφορετική διαδικασία απ’ ό,τι όταν σε μια καπιταλιστική
οικονομία κινείται διαδικασία αφερεγγυότητας. Διότι η διαδικασία αφερεγγυότητας
υπαγορεύεται από τους καπιταλιστικούς νόμους – μια επιχείρηση που έχει ζημιές
και δεν μπορεί πλέον να πληρώσει τους λογαριασμούς της, κάποια στιγμή δεν έχει
άλλη επιλογή από το να κηρύξει πτώχευση. Εφόσον δεν «διασώζεται» με χρήματα των
φορολογουμένων από το αστικό κράτος, κάτι που συμβαίνει κυρίως σε μεγάλες
επιχειρήσεις και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, παύει να υπάρχει και έτσι παραχωρεί
τη θέση της στον ανταγωνισμό. Η εκκαθάριση μιας σοσιαλιστικής επιχείρησης,
αντίθετα, δεν ακολουθεί καμία τέτοια αναγκαστική αναγκαιότητα. Είναι απόφαση
των αρχών σχεδιασμού, η οποία μπορεί να ληφθεί ή και να απορριφθεί. Αν οι
σχεδιαστές εκτιμήσουν, για παράδειγμα, ότι σε μια επιχείρηση υπάρχουν μεν
προβλήματα, αλλά ότι το κλείσιμό της θα προκαλούσε στην εθνική οικονομία
μεγαλύτερα κόστη από μια προσπάθεια εξυγίανσής της, τότε πιθανότατα η
εκκαθάρισή της θα απορριφθεί.
Το ότι αυτή η δυνατότητα υπάρχει και ότι έτσι μπορούν να
αποφευχθούν περιττές απώλειες αποτελεί καθεαυτό σαφώς μια δύναμη του κεντρικού
σχεδιασμού σε σύγκριση με τον καπιταλιστικό τρόπο οικονομίας. Κι όμως, ακριβώς
εδώ παρεμβαίνει μία από τις πιο οξείες κριτικές που έχουν διατυπωθεί από αστική
σκοπιά κατά του σοσιαλισμού: ο János Kornai ανέπτυξε γι’ αυτό την έννοια των
«μαλακών δημοσιονομικών περιορισμών». Με αυτήν εννοείται απλώς το γεγονός ότι
μια σοσιαλιστική επιχείρηση έχει τη δυνατότητα να υπερβεί τον προϋπολογισμό
της. Αντίθετα, στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις ο προϋπολογισμός υπόκειται σε
σκληρότερους περιορισμούς, καθώς κατά κανόνα μια επιχείρηση που έχει ζημιές δεν
διασώζεται οικονομικά από το κράτος.
Ο Kornai περιγράφει πώς, σε όλα τα σοσιαλιστικά κράτη, οι
επιχειρήσεις, εφόσον κατέγραφαν ζημιές, διασώζονταν αξιόπιστα μέσω πιστώσεων
από τις κρατικές τράπεζες ή επιδοτήσεων ή με άλλον τρόπο. Αυτοί οι «μαλακοί
δημοσιονομικοί περιορισμοί», κατά τον Kornai, εμφανίζονταν σε διάφορες
παραλλαγές: ως «μαλακές» επιδοτήσεις, όπου μια επιχείρηση μπορούσε να
διαπραγματευτεί ότι της επιτρέπεται να πραγματοποιήσει περισσότερες δαπάνες από
όσες θα επέτρεπε κανονικά ο προϋπολογισμός της· ως «μαλακή» φορολόγηση, δηλαδή
μια φορολόγηση όπου το ύψος των φόρων είναι διαπραγματεύσιμο· ως «μαλακή»
πίστωση, όπου για τη χορήγηση δανείων δεν ισχύουν γενικές ενιαίες αρχές όπως
στον καπιταλισμό, οι οποίες, για παράδειγμα, δυσκολεύουν τις επιχειρήσεις με
οικονομικά προβλήματα να λάβουν ευνοϊκά δάνεια, αλλά αντίθετα μια επιχείρηση με
οικονομικές δυσκολίες μπορεί ευκολότερα να διαπραγματευτεί ένα ευνοϊκό δάνειο,
ακόμη κι όταν είναι προφανές ότι δεν πρόκειται να το αποπληρώσει και πρόκειται
έτσι στην πράξη για δωρεά. Και τέλος και ως «μαλακός» καθορισμός τιμών: οι
τιμές στον σοσιαλισμό καθορίζονται μεν διοικητικά και κεντρικά, αλλά και αυτές
μπορούσαν στην πράξη να είναι διαπραγματεύσιμες[60].
Οι «μαλακοί δημοσιονομικοί περιορισμοί», λέει ο Kornai,
είχαν ως συνέπεια ότι στις επιχειρήσεις μπορούσε μεν να τίθεται στο σχέδιο η
μείωση του κόστους και η αύξηση των κερδών, αλλά δεν υπήρχε κανένα μέσο για να
επιβληθεί αυτό και στην πράξη. Επειδή ήταν πάντοτε δυνατό, ακόμη και με υψηλό
κόστος, να καλύπτεται το κενό, δεν ήταν ούτε ιδιαίτερα επικίνδυνο να υπάρχουν
ζημιές ούτε ιδιαίτερα επωφελές να επιτυγχάνονται κέρδη. Το κέρδος της
επιχείρησης δεν ανήκε στην ίδια, αλλά κατευθυνόταν στον κρατικό προϋπολογισμό,
γι’ αυτό και το ενδιαφέρον των διευθύνσεων των επιχειρήσεων για μια κερδοφόρα
οικονομική δραστηριότητα δεν θα μπορούσε να είναι πολύ μεγάλο[61].
Γι’ αυτό, κατά τις μεταβολές των τιμών, οι διευθύνσεις των
επιχειρήσεων θα προσαρμόζαν μόνο ελάχιστα τη συμπεριφορά τους. Ο Kornai φέρνει
το παράδειγμα ότι για μια συγκεκριμένη εισροή, που απαιτείται για την παραγωγή
μιας επιχείρησης, αναπτύσσεται ένα φθηνότερο υποκατάστατο. Στον καπιταλισμό,
λέει, οι επιχειρήσεις θα αναζητούσαν διαρκώς δυνατότητες να φθηνύνουν την
παραγωγή τους. Στον σοσιαλισμό, αντίθετα, όπου η στήριξη από το κράτος μπορεί
πάντοτε να θεωρείται εξασφαλισμένη, δεν θα υπήρχε και ισχυρό κίνητρο να
αναζητηθούν φθηνότερες εναλλακτικές ή να εισαχθούν τέτοιες εναλλακτικές[62].
Οι «μαλακοί δημοσιονομικοί περιορισμοί» θα οδηγούσαν, λέει
ο Kornai, επιπλέον σε μια διαρκή «πείνα για επενδύσεις». Ενώ στον καπιταλισμό η
ώθηση προς επενδύσεις συγκρατείται από τον φόβο ότι, σε περίπτωση αποτυχίας, θα
πρέπει να επωμιστεί κανείς τις ζημιές (και γι’ αυτό η κεϊνσιανή σχολή της
αστικής οικονομικής θεωρίας αναζητά μεθόδους ώστε να παρακινεί παρ’ όλα αυτά
τους καπιταλιστές να επενδύουν), μια τέτοια αναστολή θα έλειπε στον σοσιαλισμό.
Εφόσον οι επενδύσεις είναι χωρίς κίνδυνο, η ορμή προς επενδύσεις θα ήταν
ακόρεστη, ιδίως επειδή ταυτόχρονα οι επιχειρήσεις έχουν και στόχους σχεδίου να
εκπληρώσουν, οι οποίοι με εκτενέστερες επενδύσεις είναι ευκολότερο να
επιτευχθούν[63]. Τα
επενδυτικά κεφάλαια στον σοσιαλισμό κατανέμονται από τις αρχές σχεδιασμού, αντί
για έναν ανταγωνισμό για κεφάλαιο στην καπιταλιστική κεφαλαιαγορά. Επειδή, κατά
τον Kornai, μια εκτίμηση της αποδοτικότητας αυτών των επενδύσεων πάνω στη βάση
των διοικητικά καθορισμένων τιμών δεν είναι καθόλου δυνατή, οι επενδυτικές
αποφάσεις θα είναι τελικά πάντοτε αυθαίρετες και χωρίς αντικειμενική βάση. Αυτό
θα εξηγούσε, κατά τη γνώμη του, γιατί στις σοσιαλιστικές χώρες το ποσοστό
επενδύσεων[64] είναι
τυπικά πολύ υψηλό, αλλά η αποτελεσματικότητα αυτών των επενδύσεων χαμηλή[65].
Για λόγους χώρου δεν θέλουμε εδώ να επεκταθούμε στο ότι οι
ισχυρισμοί του Kornai σχετικά με την επενδυτική συμπεριφορά στον καπιταλισμό
είναι εξαιρετικά αμφίβολοι και πολύ μακριά από την οικονομική πραγματικότητα,
όπου τεράστιες ποσότητες κεφαλαίου βρίσκονται διαρκώς σε αναζήτηση επικερδούς
–και συχνά επίσης πολύ ριψοκίνδυνης– τοποθέτησης. Ας εξετάσουμε αντ’ αυτού πόσο
βάσιμες είναι οι δηλώσεις του για τη σχεδιασμένη οικονομία.
Η επιχειρηματολογία του Kornai αποτελεί μετωπική επίθεση
κατά του σοσιαλισμού. Διότι «μαλακοί δημοσιονομικοί περιορισμοί» υπάρχουν, όπως
ήδη εκτέθηκε στην αρχή του υποκεφαλαίου, αναγκαστικά σε μια σοσιαλιστική
σχεδιασμένη οικονομία. Διατυπωμένο αντίστροφα: δεν είναι δυνατό να εισαχθούν σε
μια σοσιαλιστική σχεδιασμένη οικονομία «σκληροί δημοσιονομικοί περιορισμοί».
Διότι αυτοί προϋποθέτουν ότι οι επιχειρήσεις είναι αυτοτελείς μονάδες, που
λειτουργούν για δικό τους λογαριασμό, πραγματοποιούν κέρδη και ζημιές και, σε
περίπτωση ζημιών, μπορούν και να χρεοκοπήσουν. Αν αυτό ισχύει, τότε προφανώς
δεν πρόκειται για επιχειρήσεις σε κοινωνική ιδιοκτησία, αλλά σε ιδιωτική
ιδιοκτησία. Δεν πρόκειται για μια κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία, αλλά για μια
οικονομία όπου οι αποφάσεις παραγωγής και επένδυσης λαμβάνονται από τις ίδιες
τις επιχειρήσεις.
Αν λοιπόν οι «μαλακοί δημοσιονομικοί περιορισμοί», όπως
ισχυρίζεται ο Kornai, καθιστούσαν πράγματι αδύνατες τις ορθολογικές επενδυτικές
αποφάσεις, τότε θα υπήρχαν πράγματι λόγοι για την παραδοχή ότι μια
καπιταλιστική οικονομία πρέπει εκ των πραγμάτων να υπερέχει μιας σοσιαλιστικής.
Ας ελέγξουμε λοιπόν πόσο βάσιμη είναι η επιχειρηματολογία του. Η απουσία
«σκληρών δημοσιονομικών περιορισμών» μπορεί να εξεταστεί ως προς τις επιπτώσεις
της τόσο πάνω στις διευθύνσεις των επιχειρήσεων όσο και πάνω στις συλλογικότητες
των εργαζομένων.
Ισχύει λοιπόν ότι χωρίς ιδιωτική ιδιοκτησία στα μέσα
παραγωγής δεν μπορεί να υπάρξει αποτελεσματικό κίνητρο για τις διευθύνσεις των
επιχειρήσεων να αυξήσουν την αποδοτικότητα και να μειώσουν το κόστος;
Πρώτα απ’ όλα, βεβαίως, είναι σωστό ότι η αποδοτική
λειτουργία μιας επιχείρησης στον σοσιαλισμό δεν είναι εκ προοιμίου
εξασφαλισμένη και ότι πρέπει να υπάρχουν μηχανισμοί που να παρακινούν τη
διοίκηση κάθε επιχείρησης να εργάζεται αποδοτικά. Οι «σκληροί δημοσιονομικοί
περιορισμοί» του καπιταλισμού δεν είναι διαθέσιμοι στον σοσιαλισμό ως μέθοδος
πειθάρχησης – είναι μεν δυνατό να εκκαθαριστούν και να κλείσουν
αναποτελεσματικές επιχειρήσεις, αλλά η διοίκηση δεν χάνει εξαιτίας αυτού κάτι
ιδιαίτερα σημαντικό, αφού οι επιχειρήσεις βρίσκονται σε κοινωνική ιδιοκτησία.
Δεν υπάρχει όμως κανένας πειστικός λόγος για τον οποίο μια
διεύθυνση επιχείρησης θα μπορούσε να παρακινείται να χρησιμοποιεί φειδωλά τα
μέσα παραγωγής μόνο μέσω της απειλής ότι θα χάσει το ιδιωτικό κεφάλαιο που έχει
επενδύσει. Από το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να πτωχεύσουν δεν
προκύπτει αυτομάτως καθόλου ότι θα ήταν αναπόφευκτο οι διευθύνσεις των
επιχειρήσεων να σπαταλούν υλικά και να αποφεύγουν τις καινοτομίες. Ο Kornai θα
έπρεπε λοιπόν να εξηγήσει γιατί δεν θα ήταν δυνατό να τεθούν στις επιχειρήσεις
ως στόχοι σχεδίου η μείωση του κόστους ή η αύξηση της αποδοτικότητας και να
εξασφαλιστεί ότι αυτοί οι στόχοι πράγματι θα εκπληρώνονται. Σε αυτό το σημείο
θα μπορούσε κανείς ήδη να ολοκληρώσει την ενασχόληση με την κριτική του.
Καταρχάς, δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποθέσει κανείς ότι
ένας διευθυντής μιας επιχείρησης στον σοσιαλισμό θα αμελούσε συνειδητά τα
καθήκοντά του. Αντίθετα, μπορεί να θεωρηθεί ότι θέλει να κάνει «καλά» τη
δουλειά του και να εκπληρώνει τις προβλέψεις του σχεδίου. Και ο ίδιος ο Kornai
παραδέχεται ότι και σε μια σχεδιασμένη οικονομία διάφορα κίνητρα μπορούν να
ωθούν τη διοίκηση να εκτελεί σωστά τα καθήκοντά της, για παράδειγμα οι
πολιτικές πεποιθήσεις, τα υλικά μπόνους, το επαγγελματικό ήθος, ο φόβος της τιμωρίας
ή η επιθυμία αποφυγής ενοχλητικών συγκρούσεων με τους ανωτέρους[66].
Στην πραγματικότητα, ακόμη και η εμπειρία του καπιταλισμού
συνηγορεί υπέρ αυτού: ο εθελοντής πρόεδρος ενός συλλόγου επιτελεί αυτή την
εργασία χωρίς αμοιβή· απλώς θέλει ο σύλλογος να αναπτύσσεται. Ο διευθυντής ενός
σχολείου θέλει το σχολείο να μπορεί να προσφέρει όσο γίνεται καλύτερη
διδασκαλία – για παράδειγμα, στη Γερμανία ως δημόσιος λειτουργός δεν μπορεί να
απολυθεί, αλλά αυτό δεν οδηγεί στο να απλώνει τα πόδια και να κοιμάται όλη
μέρα. Ένας διευθυντής σοσιαλιστικής επιχείρησης, αντίθετα, θα διοριζόταν όχι
μόνο με βάση την επαγγελματική του επάρκεια αλλά και με κριτήριο τις πολιτικές
του πεποιθήσεις. Η διεύθυνση μιας επιχείρησης αποτελεί σημαντική ευθύνη σε μια
σοσιαλιστική κοινωνία και, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα, πρέπει να ασκείται από
πρόσωπα που συμφωνούν και με τον πολιτικό σκοπό της σοσιαλιστικής κοινωνίας.
Σε αντίθεση με αυτό, ένας διευθυντής επιχείρησης στον
σοσιαλισμό δεν θα ήταν ασφαλώς μη απολύσιμος. Σε περίπτωση επαναλαμβανόμενης
αποτυχίας θα αντικαθίστατο και θα μεταφερόταν σε άλλη απασχόληση. Σε αντίθεση
με τον καπιταλισμό, με την απώλεια της θέσης δεν θα διακυβευόταν η ίδια η
ύπαρξη του προσώπου. Θα απέτρεπε, όμως, το να μπορούν ανίκανα οικονομικά
στελέχη να προκαλούν μόνιμα ζημιά. Μια άλλη περίπτωση θα ήταν φυσικά η
διαφθορά, η οποία θα τιμωρούνταν με τα μέσα του ποινικού δικαίου.
Επομένως, είναι βέβαια αδιαμφισβήτητο ότι και στον
σοσιαλισμό πρέπει να υπάρχουν δυνατότητες να τιμωρείται ή να αποτρέπεται η κακή
εργασία του διευθυντικού προσωπικού. Δεν χρειάζεται όμως να υποθέσουμε ότι εδώ
βρίσκεται εκ των πραγμάτων μια πηγή μεγάλων προβλημάτων. Στην πραγματικότητα,
ούτε η σοβιετική εμπειρία υποδηλώνει ότι κύριο πρόβλημα ήταν πως τα σχέδια δεν
υλοποιούνταν. Οι στόχοι του σχεδίου επιτυγχάνονταν στις περισσότερες
περιπτώσεις – το πρόβλημα ήταν μάλλον ότι οι ίδιοι οι στόχοι του σχεδίου ήταν
εν μέρει αποτέλεσμα λανθασμένων οικονομικοπολιτικών αποφάσεων, όπως αντιτείνει
στην κοινή, επηρεασμένη από τον Kornai, αντίληψη ο ήδη αναφερθείς οικονομικός
ιστορικός Robert Allen: «Αντίθετα, τα
σχέδια υλοποιούνταν· το πρόβλημα ήταν απλώς ότι δεν είχαν νόημα. Η δύναμη του
σοβιετικού σοσιαλισμού βρισκόταν στο ότι μέσω εντολών από τα πάνω μπορούσαν να
προκληθούν μεγάλες αλλαγές.»[67]. Το
πρόβλημα δεν ήταν (πέρα από άλλους παράγοντες όπως η κούρσα των εξοπλισμών και
η εξάντληση των φυσικών πόρων) συστημικά εγγενή προβλήματα του σοσιαλισμού,
αλλά λανθασμένες οικονομικοπολιτικές αποφάσεις που κατεύθυναν τις επενδύσεις σε
λάθος τομείς και έτσι επιβράδυναν την ανάπτυξη.
Από αυτό προκύπτει: αν θεωρήσουμε ότι οι μάνατζερ θέλουν να
κάνουν «καλά» τη δουλειά τους, τότε χρειάζονται πρωτίστως τα σωστά πλαίσια για
να μπορούν να το κάνουν. Ένα λανθασμένο σύστημα κινήτρων μπορεί και τότε ακόμη
να οδηγήσει στο να φαίνονται ορθολογικές αποφάσεις που είναι επιζήμιες για την
κοινωνία στο σύνολό της, για παράδειγμα προκειμένου να εκπληρωθούν με τον
βέλτιστο τρόπο οι προβλέψεις του σχεδίου. Ένα γνωστό παράδειγμα: αν σε μια
βιομηχανία επίπλων δοθεί η υποχρέωση να αυξήσει στην επόμενη περίοδο σχεδίου
την παραγωγή επίπλων κατά 10%, από 10.000 τόνους σε 11.000 τόνους, τότε αυτή η
υποχρέωση μπορεί να εκπληρωθεί απλώς παράγοντας βαρύτερα έπιπλα. Η διεύθυνση
της επιχείρησης έχει στην περίπτωση αυτή εκπληρώσει τους στόχους του σχεδίου
και παρ’ όλα αυτά έχει λάβει μια απόφαση που προφανώς είναι παράλογη από
κοινωνική σκοπιά. Η κοινωνία δεν ήθελε βαρύτερα έπιπλα, αλλά αύξηση του αριθμού
των τεμαχίων. Αν τώρα ο στόχος του σχεδίου οριζόταν σε τεμάχια αντί για βάρος,
αυτό θα ήταν πιθανότατα ήδη πιο λογικό από πριν· αλλά και τότε θα μπορούσε
ακόμη να συμβεί να διευρυνθεί η ποσότητα παραγωγής μειώνοντας την ποιότητα των
προϊόντων.
Αυτό το παράδειγμα εικονογραφεί λοιπόν το γενικό σημείο ότι
η ίδια η διαμόρφωση των στόχων του σχεδίου –και η ανάπτυξη μέτρων με βάση τα
οποία μπορεί να ελέγχεται η υλοποίησή τους– είναι αποφασιστικής σημασίας. Ενώ
στην πρώιμη φάση της σοβιετικής εκβιομηχάνισης ήταν δικαιολογημένο να δίνεται
έμφαση στην αύξηση των ποσοτήτων παραγωγής των κεντρικών αγαθών (για παράδειγμα
χάλυβα, άνθρακα, πετρελαίου, σιτηρών), ο σχεδιασμός μιας αναπτυγμένης και
διαφοροποιημένης οικονομίας με εκατομμύρια διαφορετικά προϊόντα και με ένα
σύνθετο δίκτυο εξαρτήσεων εφοδιασμού ανάμεσα σε χιλιάδες διαφορετικές μονάδες
παραγωγής απαιτεί εντελώς διαφορετικές προδιαγραφές. Έτσι μπορούν και πρέπει
επίσης να επιχειρησιακοποιούνται και να τίθενται στόχοι σχεδίου για τη βελτίωση
της ποιότητας, την ανάπτυξη νέων προϊόντων και τη μείωση του κόστους. Για να
αντιμετωπιστεί μια επιφυλακτική έναντι του κινδύνου συμπεριφορά των διευθύνσεων
των επιχειρήσεων (για παράδειγμα κατά την εισαγωγή νέων τεχνολογιών, αλλά και
καινοτομιών στην οργάνωση της εργασίας ή στη διαφοροποίηση των προϊόντων), θα
μπορούσε να εισαχθεί ένα σύστημα που να παρέχει στα καινοτόμα έργα, εφόσον
εγκρίνονται, μεγαλύτερο περιθώριο, υπολογίζοντας την εκπλήρωση των στόχων του
σχεδίου λιγότερο αυστηρά απ’ ό,τι συνήθως. Για εύλογες προτάσεις που οδηγούν σε
μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα ή στην εισαγωγή νέων προϊόντων μπορούν και εδώ να
χορηγούνται μπόνους.
Και για τις συλλογικότητες των εργαζομένων των επιχειρήσεων
θα πρέπει να υπάρχουν μηχανισμοί που να μπορούν να αντισταθμίσουν μια
ενδεχόμενη φθορά του κινήτρου για εργασία. Βέβαια ισχύει και εδώ ότι δεν
υπάρχει καταρχήν κανένας λογικός λόγος για την παραδοχή ενός εγγενώς υπαρκτού
προβλήματος κινήτρων στον σοσιαλισμό. Άλλωστε οι εργάτες είναι ιδιοκτήτες των
μέσων παραγωγής και ωφελούνται άμεσα από τις αυξήσεις της παραγωγής και την
ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Με την εδραίωση των σοσιαλιστικών-κομμουνιστικών
σχέσεων παραγωγής, με την πάροδο του χρόνου αναπτύσσεται επίσης και μια νέα
συνείδηση, όπου ο ανταγωνισμός και η επιδίωξη του ατομικού πλεονεκτήματος
εκτοπίζονται από τη συνείδηση ότι μπορεί να βελτιωθεί η θέση του καθενός μόνο
αν όλοι εργαστούν από κοινού γι’ αυτό. Η κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα
παραγωγής δεν αποτελεί αφηρημένη αρχή. Για τους εργάτες γίνεται άμεσα βιώσιμη
μέσα από το ότι, αφενός, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων οδηγεί σε άμεσα
αισθητές βελτιώσεις της πραγματικότητας της ζωής, αφετέρου όμως και η οργάνωση
της εργασίας αντιμετωπίζεται από κοινού από τις συλλογικότητες των εργαζομένων
και τις διευθύνσεις. Και στην επιχείρηση πρέπει, όπως και στην κοινωνία
συνολικά, να εδραιωθεί μια κουλτούρα διαρκούς συζήτησης, κριτικής και αυτοκριτικής,
κοινής επεξεργασίας και αναθεώρησης των σχεδίων, στην οποία να εντάσσονται όλα
τα πρόσωπα που συμμετέχουν στην επιχείρηση. Με αυτόν τον τρόπο ενισχύεται και η
συνείδηση των εργατών ότι είναι ιδιοκτήτες των κοινωνικοποιημένων μέσων
παραγωγής και αντισταθμίζονται η χαμηλή εργασιακή κινητοποίηση, η αμέλεια ή η
σπατάλη.
Παρόλα αυτά, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι συμπεριφορές
που κληροδοτήθηκαν από τον καπιταλισμό θα μπορούσαν να διατηρηθούν για
μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και μάλιστα ακόμη και να ενισχυθούν ξανά μετά από
μια προσωρινή υποχώρηση, για παράδειγμα σε περίπτωση μακρόχρονων δυσκολιών της
σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Έτσι θα μπορούσαν να εμφανιστούν φαινόμενα «δωρεάν
επιβίβασης», όπου ορισμένοι θα βασίζονται στο ότι οι περισσότεροι άλλοι θα
συνεχίσουν να είναι επιμελείς και ότι δεν θα έχει ιδιαίτερη βαρύτητα αν οι
ίδιοι αποφεύγουν τη σκληρή εργασία. Και μια πτώση της εργασιακής ηθικής σε
μεμονωμένα άτομα θα μπορούσε ενδεχομένως να πυροδοτήσει μια τέτοια γενικότερη
πτώση, η οποία θα επηρέαζε και άλλους εργάτες και έτσι θα εξελισσόταν σε
μεγαλύτερο πρόβλημα. Παρόμοια φαινόμενα είναι γνωστά και από τους στρατούς,
όπου οι αξιωματικοί φροντίζουν πάντοτε να διατηρούν την πειθαρχία των
στρατιωτών τους και καταπολεμούν ήδη μικρές απειθαρχίες, που από μόνες τους δεν
έχουν επίπτωση στη μαχητική ικανότητα της μονάδας, προκειμένου να αποτρέψουν
μια περαιτέρω «ολίσθηση» της πειθαρχίας.
Το αν και σε ποιον βαθμό αυτό ισχύει και για την εργασιακή
ηθική θα έπρεπε ωστόσο να διερευνηθεί ακόμη εμπειρικά. Μέχρι σήμερα δεν
υπάρχουν ούτε για τη θέση ότι ένα τέτοιο πρόβλημα θα εμφανιζόταν στον
σοσιαλισμό γενικά με υψηλή πιθανότητα, ούτε για τη θέση ότι τέτοια προβλήματα
θα είχαν πράγματι σοβαρή βαρύτητα, πειστικά τεκμήρια (και ούτε ο Kornai τα
προσφέρει) – τα πραγματικά προβλήματα της εργασιακής ηθικής στις ιστορικές
σοσιαλιστικές χώρες, ιδίως στη μεταγενέστερη φάση τους, θα μπορούσαν εξίσου καλά
να οφείλονται και σε άλλους λόγους (για παράδειγμα σε στενότητες στην προσφορά
καταναλωτικών αγαθών). Και σε άλλες φάσεις της σοσιαλιστικής οικοδόμησης
υπήρξαν, άλλωστε, αμέτρητα παραδείγματα μαζικής ηρωικής αφοσίωσης για την
οικονομική ανοικοδόμηση, παρότι και τότε οι επιχειρήσεις βρίσκονταν σε
κοινωνική ιδιοκτησία.
Σε κάθε περίπτωση, δεν χρειάζονται «σκληροί δημοσιονομικοί
περιορισμοί» για να ληφθούν μέτρα ενίσχυσης της εργασιακής ηθικής. Και στον
σοσιαλισμό τα εισοδήματα συνδέονται με την εργασία, εφόσον κανείς είναι ικανός
προς εργασία και δεν βρίσκεται στο σχολείο, στην εκπαίδευση, στις σπουδές ή στη
συνταξιοδότηση. Η ενεργητική άρνηση για εργασία, για παράδειγμα από πρώην
καπιταλιστές που δεν θέλουν να αποδεχθούν τον νέο τους ρόλο, θα έπρεπε να
θεωρείται σαμποτάζ και, συνεπώς, ποινικό αδίκημα. Σε περίπτωση επίμονης κακής
εργασίας ή τεμπελιάς θα μπορούσαν να εφαρμοστούν ηπιότερα μέτρα. Σε κάθε
περίπτωση, η παραδοχή ότι μόνο η απειλή της ανεργίας θα μπορούσε να κινήσει την
εργατική τάξη να εργαστεί δεν είναι απλώς ατεκμηρίωτη αλλά και παράλογη.
Συμπέρασμα:
Ο ισχυρισμός ότι μια σχεδιασμένη οικονομία, λόγω των
«μαλακών δημοσιονομικών περιορισμών», θα έτεινε κατ’ αρχήν περισσότερο προς τη
σπατάλη και την αναποτελεσματικότητα από μια καπιταλιστική οικονομία
στηρίζεται, επομένως, μόνο σε πολύ αδύναμα επιχειρήματα. Ο Kornai δεν
καταφέρνει ούτε εδώ να τεκμηριώσει επαρκώς αυτές τις θέσεις εμπειρικά, με βάση
τις εμπειρίες των σοσιαλιστικών χωρών. Στην πραγματικότητα ισχύει μάλιστα το
αντίθετο: «σκληροί δημοσιονομικοί περιορισμοί» υπάρχουν μόνο υπό συνθήκες
ανταγωνισμού και ο ανταγωνισμός προϋποθέτει με τη σειρά του επιχειρησιακό
απόρρητο, δηλαδή τον αποκλεισμό όλων των άλλων επιχειρήσεων από τη γνώση που
έχει συσσωρευτεί σε μία επιχείρηση. Αυτό το επιχειρησιακό απόρρητο είναι στον
καπιταλισμό αναγκαίο, γιατί αν όλοι οι καπιταλιστές ήταν υποχρεωμένοι να
αποκαλύπτουν όλες τις πληροφορίες, αν δηλαδή όλοι οι ανταγωνιστές είχαν τις
ίδιες πληροφορίες, θα ήταν σχεδόν αδύνατο να αποκτήσει κανείς προβάδισμα στον
ανταγωνισμό. Το επιχειρησιακό απόρρητο στον καπιταλισμό, δηλαδή ο κατακερματισμός
της συνολικής οικονομίας σε αυτόνομες μονάδες, σημαίνει στην πραγματικότητα
σπατάλη οικονομικών δυνατοτήτων σε κολοσσιαία κλίμακα. Σημαίνει ότι πολλές
περαιτέρω εξελίξεις πρέπει να πραγματοποιούνται σε διαφορετικά σημεία
ανεξάρτητα η μία από την άλλη, αντί να οργανώνονται κεντρικά και σχεδιασμένα με
συγκέντρωση των διανοητικών πόρων που διαθέτει η κοινωνία. Το ερώτημα αν οι
«σκληροί δημοσιονομικοί περιορισμοί» είναι ανώτεροι από τους «μαλακούς» δεν
είναι τελικά παρά μια παράξενη αναδιατύπωση του πραγματικού ερωτήματος, με το
οποίο ασχολείται ολόκληρη η συζήτηση, δηλαδή αν μια σοσιαλιστική σχεδιασμένη
οικονομία υπερέχει σε αποτελεσματικότητα έναντι του καπιταλισμού ή το
αντίστροφο. Το ερώτημα αυτό όμως μπορεί να απαντηθεί μόνο συνολικά – το επιχείρημα
του Kornai για τους «σκληρούς δημοσιονομικούς περιορισμούς» στον καπιταλισμό
δεν είναι κατάλληλο να αποδείξει υπεροχή του καπιταλιστικού τρόπου οικονομίας.
6. Το πρόβλημα της ποιότητας: Το ζήτημα της δυνατότητας σχεδιασμού των
βελτιώσεων ποιότητας και η «αγορά του πωλητή»
6.1 Η κριτική του
Kornai για το πρόβλημα της ποιότητας στον σοσιαλισμό
Η «ιδεολογία των τόνων» – παράγει η σχεδιασμένη οικονομία μόνο
«ποσότητα αντί για ποιότητα»;
Ένα ακόμη πρόβλημα στις ιστορικές σοσιαλιστικές χώρες έγινε
γνωστό με τον όρο «ιδεολογία των τόνων». Εννοείται ένας προσανατολισμός του
σχεδιασμού σε κυρίως ποσοτικούς στόχους σχεδίου σε βάρος της ποιότητας και της
διαφοροποίησης των προϊόντων. Η παραγωγή μιας συγκεκριμένης ποσότητας
προϊόντος, μετρημένης για παράδειγμα σε τόνους, χιλιόμετρα ή αριθμό τεμαχίων,
αποτελεί το μέτρο της εκπλήρωσης του σχεδίου. Είναι προφανές ότι η διατύπωση
τέτοιων στόχων σχεδίου είναι ακατάλληλη για να διασφαλίσει την ανάπτυξη καινοτόμων
νέων προϊόντων και τη βελτίωση της ποιότητάς τους.
Ο Kornai ισχυρίζεται τώρα και εδώ ότι αυτά τα προβλήματα θα
προέκυπταν αναγκαστικά από τη λογική μιας σχεδιασμένης οικονομίας. Τον λόγο γι’
αυτό τον βλέπει ο Kornai στη συνάθροιση[68] των
στόχων σχεδίου. Μπροστά στην τεράστια αφθονία οικονομικών δεδομένων που πρέπει
να επεξεργαστούν οι θεσμοί σχεδιασμού και στην αδυναμία να σχεδιαστεί και να
προκαθοριστεί λεπτομερώς κάθε λεπτομέρεια της παραγωγικής διαδικασίας, τα
διάφορα επίπεδα του συστήματος σχεδιασμού θα έπρεπε να εργάζονται με πιο
συγκεντρωτικά δεδομένα: το πανεθνικό κλαδικό υπουργείο εργάζεται με πιο
συγκεντρωτικά δεδομένα από την περιφερειακή αρχή σχεδιασμού του κλάδου, αυτή με
τη σειρά της με πιο συγκεντρωτικά δεδομένα από το συνδυασμένο συγκρότημα και
ούτω καθεξής. Αυτό θα οδηγούσε αναγκαστικά στο να παίζουν τα ποιοτικά κριτήρια
μικρότερο ρόλο στον σχεδιασμό: ενώ ήδη η διεύθυνση ενός σοσιαλιστικού
εργοστασίου ένδυσης δεν θα χρειαζόταν να ασχολείται με το σχέδιο ή ακόμη και με
τα χρώματα των ρούχων, αλλά μόνο με τον αριθμό των παραγόμενων τεμαχίων, το
αρμόδιο υπουργείο θα υπολόγιζε μάλιστα με ακόμη πιο συγκεντρωτικούς δείκτες
(για παράδειγμα δεν θα έκανε πια διάκριση ανάμεσα σε παντελόνια και φούστες,
αλλά θα χρησιμοποιούσε ως δείκτη την παραγωγή της βιομηχανίας ένδυσης
συνολικά). Φυσικά δύσκολα μπορεί κανείς να αμφισβητήσει ότι ένας σχεδιασμός με
τόσο χονδροειδείς στόχους θα ήταν πράγματι ελάχιστα κατάλληλος να διαθέτει
στους πολίτες μιας σοσιαλιστικής χώρας τα προϊόντα που αντιστοιχούν στις
ανάγκες τους. Ένα παράδειγμα: αν το σχέδιο θεωρείται εκπληρωμένο επειδή, ας
πούμε, παρήχθησαν 100 εκατομμύρια είδη ένδυσης, αλλά αυτά τα ρούχα δεν είναι
μόνο άσχημα, άβολα και από κακής ποιότητας ύφασμα, αλλά επιπλέον παρήχθησαν
μόνο μπουφάν για την άνοιξη και το φθινόπωρο και όχι χειμωνιάτικα, τότε η
παραγωγή προφανώς δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες των παραγωγών, παρότι τυπικά
το σχέδιο πέτυχε.
Πέρα από τη μεγάλη συνάθροιση των στόχων σχεδίου, ο Kornai
προβάλλει και άλλους λόγους για τους οποίους ο σοσιαλισμός θα έδινε καταρχήν
προτεραιότητα στην ποσότητα έναντι της ποιότητας: οι τιμές, που δεν είναι τιμές
αγοράς αλλά καθορίζονται γραφειοκρατικά, δεν θα εξέφραζαν επαρκώς τις διαφορές
ποιότητας, επειδή δεν θα αντανακλούσαν την πραγματική ζήτηση για τα αγαθά. Και
λόγω της έλλειψης ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων, ακόμη και αγαθά
κατώτερης ποιότητας θα εξακολουθούσαν να πωλούνται, αφού θα υπήρχαν μικρά μόνο
κίνητρα για διασφάλιση ποιότητας[69].
Ο Kornai ισχυρίζεται τώρα ότι είναι κατ’ αρχήν αδύνατο να
αναλυθεί η παραγωγή με ακρίβεια σε επιμέρους προϊόντα. Διότι σε αυτά τα
προϊόντα εισέρχονται με τη σειρά τους αναρίθμητες εισροές, έτσι ώστε συνολικά
να έχουμε μια τεράστια ποσότητα πρώτων υλών, ημιτελών και τελικών προϊόντων,
για τα οποία θα έπρεπε να διατυπωθούν προδιαγραφές ποιότητας – κάτι που δεν θα
ήταν πια δυνατό για μια κεντρική διοίκηση[70].
Στον καπιταλισμό –και εδώ ο Kornai στηρίζεται στη θεωρία
του Schumpeter για τον καινοτόμο επιχειρηματία– οι βελτιώσεις της ποιότητας των
προϊόντων θα λειτουργούσαν στο μικροοικονομικό επίπεδο, μέσα στην ίδια την
επιχείρηση, και θα ωθούνταν από τον ανταγωνισμό. Κεντρικές εντολές δεν θα ήταν
ικανές γι’ αυτό και, καθώς τέτοιες εσωτερικές κινητήριες δυνάμεις δεν θα
υπήρχαν στη σοσιαλιστική επιχείρηση και το σχέδιο θα χρησιμοποιούσε φυσικά
μεγέθη (για παράδειγμα βάρος, αριθμό τεμαχίων) ως δείκτες, θα έλειπε από τη
σχεδιασμένη οικονομία ένας μηχανισμός που να ενθαρρύνει τις βελτιώσεις
ποιότητας[71].
Η «αγορά του πωλητή» – ο υποτιθέμενος ελλιπής προσανατολισμός των
παραγωγών στις ανάγκες των καταναλωτών
Ο Kornai διακρίνει επιπλέον ανάμεσα σε δύο είδη αγορών, που
μπορούν να διαφοροποιηθούν σύμφωνα με τη σχέση ανάμεσα σε πωλητές και
αγοραστές. Σε μια «αγορά αγοραστή», στο επίκεντρο βρίσκονται οι αγοραστές,
επειδή οι πωλητές πρέπει να ανταγωνίζονται για την εύνοιά τους. Οι πωλητές, γι’
αυτό, προσαρμόζουν διαρκώς την προσφορά τους στις ανάγκες των αγοραστών.
Επομένως και οι πληροφορίες πρέπει να παρέχονται από τους πωλητές, ώστε να
ολοκληρωθεί η αγορά, για παράδειγμα διαφημίζοντας τα προϊόντα τους και εξασφαλίζοντας
ότι μπορούν να βρεθούν εύκολα και ότι η αγορά είναι απλή. Οι καπιταλιστικές
αγορές χαρακτηρίζονται γενικά ως «αγορές αγοραστή».
Στις σοσιαλιστικές σχεδιασμένες οικονομίες, αντίθετα, τα
καταναλωτικά αγαθά διανέμονται μέσω μιας «αγοράς του πωλητή». Μια «αγορά του
πωλητή» έχει ακριβώς αντίθετες ιδιότητες: οι πωλητές δεν εξαρτώνται από το να
πουλήσουν τα προϊόντα τους, γι’ αυτό οι αγοραστές πρέπει να πληροφορούνται
μόνοι τους πού θα βρουν το προϊόν. Εφόσον τα αγαθά είναι σπάνια, οι αγοραστές
ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την εύνοια του πωλητή να τους πουλήσει αυτά τα
αγαθά. Δεν είναι οι πωλητές που προσαρμόζονται στις ανάγκες των αγοραστών, αλλά
οι αγοραστές αναγκάζονται να προσαρμόζουν τις ανάγκες τους στους πωλητές, για
παράδειγμα παραιτούμενοι από ένα ιδιαίτερα σπάνιο αγαθό ή αναζητώντας κάποιο
υποκατάστατο. Καθώς οι αγοραστές επιδιώκουν την εύνοια των πωλητών, οι πωλητές
τείνουν να είναι αγενείς και λίγο πρόθυμοι να βοηθήσουν[72].
Συνολικά, σύμφωνα με τον Kornai, στον σοσιαλισμό ο πωλητής
έχει εξουσία πάνω στον αγοραστή, ενώ στον καπιταλισμό ισχύει το αντίστροφο[73].
Συνοπτικά, η θέση του Kornai είναι ότι μόνο ένα οικονομικό
σύστημα που βασίζεται στον ανταγωνισμό μεταξύ ιδιωτικών επιχειρήσεων είναι
ικανό να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των καταναλωτών και να αναπτύσσει με τον
βέλτιστο τρόπο την ποιότητα των υπηρεσιών και των προϊόντων.
Είναι αδύνατο να σχεδιαστούν αποτελεσματικά οι βελτιώσεις ποιότητας
στον σοσιαλισμό;
Η επιχειρηματολογία του Kornai μπορεί να κριθεί σε διάφορα
επίπεδα. Ας ξεκινήσουμε από την πιο προφανή για τους μαρξιστές αδυναμία, δηλαδή
την αποκομμένη από την πραγματικότητα εξιδανίκευση του τρόπου λειτουργίας της
καπιταλιστικής οικονομίας. Η ανάλυση του Kornai παραμένει στο μικροοικονομικό
επίπεδο, πράγμα που σημαίνει ότι εξετάζει μόνο το κίνητρο των διευθύνσεων των
επιχειρήσεων και των επιμέρους καταναλωτών, ενώ αποσιωπάται ο συνολικός
οικονομικός και κοινωνικός συσχετισμός. Για εκείνον, η καπιταλιστική κοινωνία
είναι μια συνύπαρξη πωλητών και αγοραστών, παραγωγών και καταναλωτών, όχι όμως
μια ταξική κοινωνία, στην οποία υπάρχει μια κυρίαρχη εκμεταλλεύτρια τάξη και
μια εκμεταλλευόμενη τάξη. Ο Kornai παράγει έτσι το παραμορφωμένο σχήμα ότι στον
καπιταλισμό δεν είναι οι καπιταλιστές, αλλά οι καταναλωτές εκείνοι που ασκούν
την πραγματική εξουσία – από αυτό προκύπτουν πολιτικές παραπλανήσεις και
αυταπάτες όπως εκείνη της «δύναμης του καταναλωτή», σύμφωνα με την οποία δήθεν
οι καταναλωτές, μέσω των αγοραστικών τους αποφάσεων, θα μπορούσαν να ωθούν τους
καπιταλιστές σε ηθικά καλύτερη συμπεριφορά.
Η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική: δεν υπάρχουν
αφηρημένοι «καταναλωτές» ή «συμμετέχοντες στην αγορά», αλλά τα άτομα στην αγορά
ανήκουν όλα ανεξαιρέτως σε κοινωνικές τάξεις. Δεν είναι η ιδιότητα του
καταναλωτή ή του πωλητή, αλλά η ταξική ένταξη ενός προσώπου που καθορίζει αν
αυτό το πρόσωπο συμμετέχει στην εξουσία και μπορεί να ασκεί επιρροή σε
σημαντικό βαθμό ή όχι. Η επιρροή ενός καταναλωτή στις παραγωγικές αποφάσεις των
επιχειρήσεων, των οποίων αγοράζει τα προϊόντα, είναι γενικά εξαιρετικά μικρή. Φυσικά,
είναι μεν αλήθεια ότι μια καπιταλιστική επιχείρηση προσπαθεί να αποφύγει να
παράγει εμπορεύματα που στη συνέχεια δεν μπορούν να πωληθούν. Όμως, πρώτον, δεν
είναι οι ανάγκες των ατόμων καθεαυτές που είναι αποφασιστικές γι’ αυτό, αλλά
μόνο η ζήτηση που συνοδεύεται από αγοραστική δύναμη – όποιος δεν μπορεί να
αγοράσει ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο, δεν έχει έτσι κι αλλιώς καμία απολύτως
επιρροή στο πώς θα διαμορφωθεί ο σχεδιασμός αυτών των αυτοκινήτων.
Δεύτερον: η νεοκλασική οικονομική θεωρία παίρνει ως
αφετηρία της οικονομίας τις ανάγκες «ορθολογικά δρώντων» ατόμων. Οι ανάγκες
αυτές προϋποτίθενται απλώς ως δεδομένες και δεν τίθεται καθόλου το ερώτημα πώς
προκύπτουν. Έτσι, αυτή η κυρίαρχη τάση της αστικής οικονομικής επιστήμης
βασίζεται σε μια ιδεαλιστική σύλληψη της ελευθερίας της βούλησης, η οποία
αντιλαμβάνεται τη βούληση αποκλειστικά ως δημιούργημα του ατόμου, ανεξάρτητα
από τις κοινωνικές σχέσεις μέσα στις οποίες αυτό βρίσκεται. Αυτή την προσέγγιση
ακολουθεί και ο Kornai. Στην πραγματικότητα, όμως, οι ανάγκες δεν είναι κάτι
εξωκοινωνικό, αλλά αναμφίβολα προϊόν του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων. Και
είναι γνωστό ότι επηρεάζονται συστηματικά και δημιουργούνται εκ νέου. Η
διαφήμιση είναι πανταχού παρούσα στον καπιταλισμό και δεν επιδιώκει μόνο να
κατευθύνει την αγοραστική απόφαση των καταναλωτών ανάμεσα σε διαφορετικούς
ανταγωνιζόμενους προμηθευτές. Δημιουργεί επίσης νέες «ανάγκες» και διαμορφώνει
στο μυαλό των καταναλωτών κριτήρια για το τι θεωρείται όμορφο, νόστιμο,
υγιεινό, σύγχρονο ή κατάλληλο σύμβολο κύρους. Έτσι, το κεφάλαιο δεν έχει μόνο
εξουσία πάνω στον εργάτη μέσω της εκμεταλλευτικής σχέσης και της πολιτικής
άσκησης εξουσίας στο κράτος, αλλά καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και τις
καταναλωτικές αποφάσεις.
Τρίτον: ο Kornai υποστηρίζει ότι οι τιμές στον σοσιαλισμό,
επειδή δεν είναι τιμές αγοράς, δεν θα εξέφραζαν επαρκώς τις διαφορές ποιότητας.
Αν αυτό ίσχυε, θα οδηγούσε ασφαλώς στο να αγοράζονται περισσότερο τα ποιοτικά
ανώτερα αγαθά, ενώ τα αγαθά χαμηλότερης ποιότητας (πράγμα που δεν σημαίνει
αναγκαστικά ότι είναι «κακά», αλλά μπορεί να σημαίνει επίσης ότι πρόκειται για
απλούστερα, λιγότερο σύνθετα προϊόντα ή για προϊόντα με χαμηλότερες απαιτήσεις)
θα έμεναν στα ράφια. Αυτό θα ήταν φυσικά μια ανεπιθύμητη συνέπεια, επειδή
σημαίνει σπατάλη πόρων να παράγονται αγαθά που τελικά δεν χρησιμοποιούνται.
Η επιχειρηματολογία του Kornai είναι όμως εδώ λίγο
πειστική. Διότι το ότι οι τιμές καθορίζονται διοικητικά σημαίνει φυσικά και ότι
αποτελεί ζήτημα συνειδητής τιμολογιακής πολιτικής το πόσο έντονα θα λαμβάνονται
υπόψη οι μεταβολές της ποιότητας στις καθορισμένες τιμές. Ακόμη και στη
Σοβιετική Ένωση, για παράδειγμα, ίσχυε ότι προϊόντα που λάμβαναν πιστοποιητικό
ποιότητας έφεραν και υψηλότερη τιμή (βλ. παρακάτω). Δεν υπάρχει λοιπόν κανένας
έμφυτος και αμετάβλητος λόγος στη σχεδιασμένη οικονομία που να εμποδίζει τους
σχεδιαστές να αποτιμούν τα προϊόντα υψηλής ποιότητας υψηλότερα από εκείνα
χαμηλής ποιότητας.
Τέταρτον, ακόμη και το ίδιο το επιχείρημα ότι οι
επιχειρήσεις ωθούνται από τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό σε διαρκή βελτίωση της
ποιότητας είναι εξαιρετικά αμφίβολο. Στον σημερινό καπιταλισμό, στους
περισσότερους κλάδους της οικονομίας και κυρίως στους διαρθρωτικά
καθοριστικούς, δεν είναι καθόλου πολλές μικρές επιχειρήσεις που ανταγωνίζονται
μεταξύ τους και προσπαθούν να αποσπάσουν η μία από την άλλη τους πελάτες μέσω
του καλύτερου και φθηνότερου προϊόντος. Αντίθετα, η καπιταλιστική οικονομία
κυριαρχείται σήμερα, και μάλιστα παντού στον κόσμο, από μεγάλα μονοπώλια,
ανάμεσα στα οποία εξακολουθούν βέβαια να υπάρχουν σχέσεις ανταγωνισμού, οι
οποίες όμως διεξάγονται σε μεγάλο βαθμό με άλλες μεθόδους, όπως η διαφήμιση και
η εικόνα της μάρκας, καθώς και η υψηλή εξειδίκευση. Το ότι στον σημερινό
καπιταλισμό η απαξίωση προγραμματίζεται συστηματικά, δηλαδή ότι τα προϊόντα
κατασκευάζονται έτσι ώστε να χαλούν γρηγορότερα και να πρέπει να αγοραστούν
ξανά, είναι γνωστό φαινόμενο: εκτυπωτές που μετά από έναν ορισμένο αριθμό
σελίδων εμφανίζουν βλάβη, λαμπτήρες με τεχνητά συντομευμένη διάρκεια ζωής ή
συσκευές που έχουν κατασκευαστεί έτσι ώστε η επισκευή τους να είναι δύσκολη.
Αλλά ακόμη κι εκεί όπου η πρόωρη βλάβη δεν έχει σχεδιαστεί ρητά, δεν υπάρχει
τουλάχιστον, αντίστροφα, κανένα κίνητρο να δημιουργηθούν όσο γίνεται πιο
ανθεκτικά προϊόντα. Αν λοιπόν, για παράδειγμα, κατανοούμε τη διάρκεια ζωής ως
ένα σημαντικό κριτήριο ποιότητας, τότε η επιχειρηματολογία του Kornai υπέρ του
καπιταλισμού στέκεται σε εξαιρετικά ασταθή θεμέλια: τα πολλά παραδείγματα
ηλεκτρικών συσκευών από σοσιαλιστικές χώρες που λειτουργούν ακόμη έπειτα από 50
χρόνια ή το σχεδόν άθραυστο γυαλί της μάρκας «Superfest» από τη ΛΔΓ είναι
γνωστά. Η μεγαλύτερη ανθεκτικότητα δεν ήταν φυσικά τυχαία, αλλά είχε σχεδιαστεί
στον σοσιαλισμό, ακριβώς όπως σχεδιάζεται η απαξίωση στην καπιταλιστική
επιχείρηση. Στη ΛΔΓ, για παράδειγμα, οι επιχειρήσεις παρήγαν με βάση έναν
κανονιστικό κατάλογο που ονομαζόταν «Τεχνικές νόρμες, ποιοτικές προδιαγραφές
και όροι παράδοσης» (TGL). Αυτές περιλάμβαναν και τεχνικές προδιαγραφές για την
ελάχιστη αντοχή που έπρεπε να αποδειχθεί στα προϊόντα: για οικιακά ψυγεία και
συμπιεστές, για παράδειγμα, τουλάχιστον δέκα έτη, αργότερα αυξημένα σε δώδεκα.
Το ποσοστό βλαβών δεν επιτρεπόταν να υπερβαίνει το 1%. Οι επιχειρήσεις ήταν
υποχρεωμένες να τηρούν αυτές τις προδιαγραφές, καθώς οι TGL – σε αντίθεση με τα
πρότυπα DIN στην ΟΔΓ – είχαν ισχύ νόμου[74]. Όλα
αυτά είναι παραδείγματα προϊόντων που αντιφάσκουν προς την καπιταλιστική
ορθολογικότητα και γι’ αυτό μπορούσαν να παραχθούν μόνο υπό σοσιαλιστικές
συνθήκες. Η αντίθεση ανάμεσα στους δύο τρόπους παραγωγής φάνηκε και κατά την
εξαγωγή εμπορευμάτων της ΛΔΓ στη Δύση. Ορισμένες οικιακές συσκευές από τη ΛΔΓ
ήταν υψηλής ποιότητας και για ένα σύντομο διάστημα διατίθεντο και στην ΟΔΓ μέσω
του καταλόγου Quelle. Όταν όμως η Quelle κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μεγάλη
ανθεκτικότητα αυτών των προϊόντων ήταν κακή για τις επιχειρήσεις της,
κατήγγειλε μετά από λίγο καιρό τη σύμβαση με τη ΛΔΓ[75].
Πέμπτον, ως προς τη συνάθροιση των στόχων σχεδίου: για τον
Kornai είναι ήδη δεδομένο ότι δεν είναι δυνατό να αναλυθεί η παραγωγή με
λεπτομέρεια, γι’ αυτό και κάθε σοσιαλιστική οικονομία θα έπρεπε να παλεύει με
το πρόβλημα ότι θα μπορούσε να δίνει μόνο χονδρικούς στόχους σχεδίου, που δεν
θα αντιστοιχούσαν στις ανάγκες των καταναλωτών. Αυτή η θέση θα έπρεπε όμως να
προκαλεί επιφυλάξεις: δεν βασίζεται και μια καπιταλιστική επιχείρηση μόδας στο
ότι εσωτερικά πραγματοποιείται λεπτομερής σχεδιασμός, όχι μόνο για το πόσα
παντελόνια, πουκάμισα και μπουφάν πρέπει να παραχθούν, αλλά και για το σε ποια
τεμάχια πρέπει να διατεθούν χιλιάδες διαφορετικά σχέδια και σε ποια μεγέθη;
Είναι προφανές ότι δεν ισχύει πως στα εσωτερικά σχέδια των ομίλων μόδας όπως η
H&M ή η Adidas προβλέπεται απλώς, για παράδειγμα, ότι χρειάζονται 1
εκατομμύριο τζιν και ζεύγη αθλητικών παπουτσιών. Μια τέτοια επιχείρηση μπορεί
να λειτουργήσει μόνο αν η παραγωγή σχεδιάζεται πράγματι μέχρι την παραμικρή
λεπτομέρεια. Για την υπόθεση ότι διαδικασίες που πραγματοποιούνται καθημερινά
στο πλαίσιο του κεντρικού οικονομικού σχεδιασμού μέσα στα καπιταλιστικά
βιομηχανικά μονοπώλια παύουν να λειτουργούν μόλις πρόκειται για σχεδιασμό σε
επίπεδο συνολικής οικονομίας, δεν προβάλλεται κανένα επιχείρημα. Τελικά, το
επιχείρημα της υπερβολικά μεγάλης συνάθροισης δεν είναι παρά μια άλλη διατύπωση
της θέσης ότι ο όγκος δεδομένων σε μια σχεδιασμένη οικονομία είναι υπερβολικά
μεγάλος για να μπορεί ακόμη να υποβληθεί σε επεξεργασία – μια θέση που έχει ήδη
εξεταστεί παραπάνω.
Για να μπορέσουμε όμως να κρίνουμε αν και σε ποιον βαθμό
μια σοσιαλιστική σχεδιασμένη οικονομία θα μπορούσε γενικά να έχει δυσκολίες να
παράγει αγαθά υψηλής ποιότητας, είναι αναγκαίο να ρίξουμε μια ματιά και στις
ιστορικές εμπειρίες του σοσιαλισμού.
6.2 Ποια ήταν η ποιότητα των προϊόντων από τις σοσιαλιστικές χώρες; Το
παράδειγμα της Σοβιετικής Ένωσης
Αν μπορούσε να διαπιστωθεί ότι οι σοσιαλιστικές
σχεδιασμένες οικονομίες παρήγαν γενικά μόνο προϊόντα κατώτερης ποιότητας και
αυτό το φαινόμενο δεν μπορούσε να εξηγηθεί επαρκώς από παράγοντες που είναι
ανεξάρτητοι από το οικονομικό σύστημα, τότε αυτό θα αποτελούσε τουλάχιστον μια
ένδειξη ότι ο σοσιαλιστικός τρόπος παραγωγής είτε είναι γενικά λιγότερο ικανός
ως προς τις βελτιώσεις της ποιότητας είτε, τουλάχιστον, ότι σε έναν μελλοντικό
σοσιαλισμό θα έπρεπε να δοκιμαστούν εντελώς διαφορετικές μέθοδοι για την αντιμετώπιση
αυτού του προβλήματος. Τότε θα ήταν δύσκολο να προβλέψει κανείς ποιες μέθοδοι
θα αποδεικνύονταν αποτελεσματικές στην πράξη και αν σε έναν μελλοντικό
σοσιαλισμό θα ήταν δυνατό να επιτευχθούν ικανοποιητικά αποτελέσματα σε αυτό το
πεδίο.
Για να αποκτήσουμε μια πιο συνολική και αντιπροσωπευτική
εικόνα σχετικά με την ποιότητα των σοσιαλιστικών βιομηχανικών προϊόντων, θα
εξετάσουμε την ποιότητα των προϊόντων της σοβιετικής βιομηχανίας κατά την
ύστερη περίοδο της Σοβιετικής Ένωσης. Η Σοβιετική Ένωση εμφανίζεται ως εύλογη
μελέτη περίπτωσης, επειδή ήταν το μεγαλύτερο και μακροβιότερο σοσιαλιστικό
κράτος, το οποίο παρήγαγε και εξήγαγε ένα ευρύ φάσμα βιομηχανικών αγαθών, και
λόγω της μεγάλης διάρκειας ύπαρξής της είχε τον περισσότερο χρόνο για να αναπτύξει
μεθόδους βελτίωσης της ποιότητας.
Παρήγαγε η Σοβιετική Ένωση μόνο σκουπίδια;
Στις αστικές αφηγήσεις στα μέσα ενημέρωσης, στα σχολικά
βιβλία, αλλά και σε ακαδημαϊκές δημοσιεύσεις, συναντάμε κατά κανόνα την εξής
εικόνα: η Σοβιετική Ένωση, εκτός από πετρέλαιο, φυσικό αέριο και όπλα, παρήγαγε
ελάχιστα χρήσιμο πράγμα και ασφαλώς τίποτα που να μπορούσε να συναγωνιστεί την
ασύγκριτη ποιότητα των δυτικών εμπορευμάτων· η παραγωγή της γι’ αυτό δεν ήταν
ανταγωνιστική στην παγκόσμια αγορά και μπορούσε να επιβιώσει μόνο επειδή σε μια
σχεδιασμένη οικονομία δεν ήταν εκτεθειμένη στην πίεση του ανταγωνισμού. Αυτοί
οι ισχυρισμοί συχνά δεν τεκμηριώνονται[76] ή
στηρίζονται έντονα στην κριτική συζήτηση για την ποιότητα των προϊόντων σε
σοβιετικά εξειδικευμένα περιοδικά. Αυτά όμως πιθανότατα έτειναν να δίνουν
μεγαλύτερη έμφαση στην κριτική απ’ ό,τι θα έκανε μια αντιπροσωπευτική γενική
μελέτη για την ποιότητα των προϊόντων, επειδή το επίκεντρο των συζητήσεων
βρισκόταν στο να απαιτηθούν μέτρα βελτίωσης της ποιότητας και να εντοπιστούν
ελλείψεις[77].
Έναν διαφορετικό δρόμο ακολουθεί μια συγκριτική μελέτη για
τις καταναλωτικές προτιμήσεις των φινλανδών καταναλωτών μεταξύ 1975 και 1990.
Δείχνει ότι αυτοί γενικά προτιμούσαν τα προϊόντα από τη Δύση και ότι αυτή η
προτίμηση αυξανόταν με τον χρόνο[78]. Το
αποτέλεσμα αυτό είναι σημαντικό στο μέτρο που η Φινλανδία κατείχε ιδιαίτερη
θέση μέσα στο δυτικοευρωπαϊκό μπλοκ, καθώς διατηρούσε σχετικά εκτεταμένο
εμπόριο με τη Σοβιετική Ένωση και ο πληθυσμός της είχε επομένως περισσότερο από
ό,τι σε άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες τη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα σε
καταναλωτικά αγαθά από καπιταλιστικές και σοσιαλιστικές χώρες. Η μελέτη
παραδέχεται βέβαια ότι «αντίθετα με την
κοινή αντίληψη, σε πολλές από τις νέες δημοκρατίες (δηλαδή στις πρώην
σοβιετικές δημοκρατίες, σημ. του συγγρ.) υπάρχει πολύ προχωρημένη τεχνολογία
και “ένας αξιοσημείωτος αριθμός (πρώην) σοβιετικών επιχειρήσεων παράγει
χρήσιμα, υψηλής τεχνολογίας προϊόντα”, κατάλληλα για εξαγωγή»[79].
Ωστόσο, η ίδια καταλήγει σχετικά με τις εξαγωγές σοβιετικών καταναλωτικών
αγαθών στο εξής συμπέρασμα: «Όσον αφορά
τις δραστηριότητες μάρκετινγκ που οδηγούν σε δυσαρέσκεια των καταναλωτών (π.χ.
κακή διαφήμιση και προώθηση πωλήσεων, ανεπαρκείς εγγυήσεις και παροχές
ευθύνης), υπάρχει σημαντική ανταγωνιστική διαφορά ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και στις
δυτικές χώρες που εξετάστηκαν»[80].
Προφανώς, λοιπόν, η αρνητική κρίση της μελέτης για την ποιότητα των σοβιετικών
καταναλωτικών αγαθών βασίζεται λιγότερο στις τεχνικές ιδιότητες των προϊόντων
και περισσότερο, αφενός, στην αντίληψη ότι η διαφήμιση και το μάρκετινγκ των
σοβιετικών προϊόντων ήταν χειρότερα και, αφετέρου, σε χειρότερες υπηρεσίες
συντήρησης και επισκευών. Το γεγονός ότι η διαφήμιση και το μάρκετινγκ
θεωρούνται από τους καταναλωτές συστατικό στοιχείο της ποιότητας των προϊόντων
παραπέμπει στο ότι τα μέτρα ποιότητας που χρησιμοποιούνται στη Δύση είναι τα
ίδια προβληματικά· αυτό θα θιγεί παρακάτω. Το ότι η Σοβιετική Ένωση ως
σοσιαλιστική χώρα είχε μικρή εμπειρία στο μάρκετινγκ και στη διαφήμιση σε μια
καπιταλιστική αγορά δύσκολα προκαλεί έκπληξη. Σε μια σοσιαλιστική σχεδιασμένη
οικονομία οι επιχειρήσεις δεν ανταγωνίζονται μεταξύ τους σε μια αγορά και γι’
αυτό, σε αντίθεση με τον καπιταλισμό, δεν σπαταλώνται επίσης τεράστιοι
κοινωνικοί πόροι για διαφήμιση και προώθηση πωλήσεων. Το ότι αυτός ο παράγοντας
ήταν, όπως φαίνεται, αποφασιστικά συνυπεύθυνος για τις μικρότερες επιτυχίες των
σοβιετικών προϊόντων στη φινλανδική αγορά υπονομεύει επομένως την υπόθεση ότι
υπεύθυνη θα μπορούσε να είναι μια ανεπαρκής ποιότητα των προϊόντων.
Τι είναι η ποιότητα του προϊόντος;
Για να μπορέσουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα για την
ποιότητα των σοβιετικών προϊόντων, πρέπει κατ’ αρχάς να διευκρινιστεί τι είναι
γενικά η ποιότητα του προϊόντος.
Στη σχετική βιβλιογραφία διακρίνονται διάφορες έννοιες
ορισμού της ποιότητας. Σημαντική εδώ είναι κυρίως η διάκριση ανάμεσα:
α) σε προσεγγίσεις προσανατολισμένες στο προϊόν και στην
παραγωγή, οι οποίες θεωρούν ότι η ποιότητα μπορεί να οριστεί με ακρίβεια μέσω
των επιθυμητών ιδιοτήτων του προϊόντος και ότι ο βαθμός εκπλήρωσης ορισμένων
σχεδιαστικών προδιαγραφών σε ένα δεδομένο αγαθό μπορεί να μετρηθεί και,
αναλόγως, να αξιολογηθεί η ποιότητα. Η ποιότητα είναι επομένως η συμφωνία με
προκαθορισμένες τεχνικές προδιαγραφές εντός ορισμένων πεδίων ανοχής.
β) σε προσεγγίσεις προσανατολισμένες στον χρήστη, οι οποίες
θεωρούν καθοριστικές τις ατομικές προτιμήσεις των αγοραστών και ορίζουν
επομένως ως αγαθό υψηλής ποιότητας εκείνο που ικανοποιεί με τον καλύτερο τρόπο
τις επιθυμίες και τις ανάγκες των καταναλωτών.
γ) σε προσεγγίσεις προσανατολισμένες στην αξία, οι οποίες
δεν θεωρούν ως προϋπόθεση της ποιότητας μόνο την εκπλήρωση τεχνικών
προδιαγραφών, αλλά ενσωματώνουν στον ορισμό και το ότι αυτό πρέπει να συμβαίνει
με αποδεκτό κόστος παραγωγής[81].
Ορισμένοι δυτικοί αστοί συγγραφείς τείνουν συχνά να
προτιμούν την προσέγγιση που είναι προσανατολισμένη στον χρήστη, επειδή μόνο
έτσι θα εξασφαλιζόταν ότι η παραγωγή πράγματι προσανατολίζεται σε αυτό που
χρειάζονται οι καταναλωτές. Οι βιομηχανικές επιχειρήσεις, αντίθετα, ακολουθούν
κατά κανόνα τα ποιοτικά πρότυπα ISO 9001 και θεμελιώνουν έτσι σιωπηρά επίσης
ένα ακριβές τεχνικό πρότυπο, που αντιστοιχεί σε μια προσέγγιση προσανατολισμένη
στο προϊόν. Και στη Σοβιετική Ένωση χρησιμοποιούνταν ομοίως μια παρόμοια
προϊοντοκεντρική έννοια της ποιότητας. Έτσι, το κανονιστικό πλαίσιο των κρατικά
προκαθορισμένων προτύπων προϊόντων στη Σοβιετική Ένωση όριζε την ποιότητα ως «το σύνολο των ιδιοτήτων ενός προϊόντος που
καθορίζουν την καταλληλότητά του να εκπληρώνει απαιτήσεις ασφάλειας σύμφωνα με
τον σκοπό του»[82]. Αυτή
η προσέγγιση επικρίνεται με τη σειρά της από δυτικούς αστούς συγγραφείς με το
επιχείρημα ότι η ποιότητα δεν μπορεί να οριστεί απλώς μέσω της πρόσθεσης
ιδιοτήτων του προϊόντος· ένα προϊόν μπορεί κάλλιστα να ανταποκρίνεται σε
τέτοιες απαιτήσεις, αλλά ταυτόχρονα να είναι ακατάλληλο να ικανοποιήσει τις
ανάγκες των καταναλωτών ή, λόγω υψηλού κόστους παραγωγής, να είναι απαράδεκτα
ακριβό[83].
Αυτή η αντίληψη δεν είναι, ωστόσο, πειστική από
σοσιαλιστική σκοπιά. Αποσιωπά ότι οι προτιμήσεις των καταναλωτών διαμορφώνονται
και οι ίδιες από τις πολλαπλές προσπάθειες του κεφαλαίου να ωθεί τους
καταναλωτές στην αγορά των εμπορευμάτων του, μέσω της διαφήμισης και του
μάρκετινγκ, αλλά και μέσω της δημιουργίας κοινωνικών κανόνων κατανάλωσης. Αυτό
μπορεί, όπως φάνηκε παραπάνω, να οδηγήσει στο να γίνεται αντιληπτή ακόμη και η
απουσία επιτυχημένων διαφημιστικών προσπαθειών της επιχείρησης ως έλλειψη του ίδιου
του προϊόντος. Οι προτιμήσεις που διαμορφώνονται με αυτόν τον τρόπο πρέπει να
θεωρούνται στρεβλωμένες, στο μέτρο που εξαρτώνται μόνο εν μέρει από λογικά
προσδιορίσιμα και επιθυμητά κριτήρια ποιότητας, όπως η ανθεκτικότητα, η
οικονομία, η ευχρηστία ή η ακρίβεια. Η υποκειμενιστική κατανόηση της ποιότητας,
η οποία παίρνει ως αφετηρία την αλλοτριωμένη συνείδηση του αστικού ατόμου,
είναι ιδεαλιστική, στο μέτρο που τελικά αρνείται ή σχετικοποιεί το ότι οι
αντικειμενικές υλικές ιδιότητες των προϊόντων αποτελούν τη βάση της
ικανοποίησης των αναγκών.
Ένας ορισμός της ποιότητας που θα μπορούσε να εφαρμοστεί με
νόημα σε μια σοσιαλιστική σχεδιασμένη οικονομία πρέπει, αντίθετα, να ξεκινά
πράγματι —όπως συνέβαινε στις σοσιαλιστικές χώρες του παρελθόντος (αλλά όχι
μόνο εκεί)— από αντικειμενικές ιδιότητες των προϊόντων για να προσδιορίσει την
ποιότητα. Βέβαια δεν αρκεί να ελέγχονται απλώς, με βάση προκαθορισμένα πρότυπα,
οι φυσικές ιδιότητες των προϊόντων, αλλά πρέπει επίσης να δοκιμάζονται η
αλληλεπίδραση των επιμέρους συστατικών μεταξύ τους, η συμπεριφορά τους υπό
περιβαλλοντικές επιδράσεις ή η αντοχή της μηχανικής εγκατάστασης υπό συνθήκες
ιδιαίτερα εντατικής παραγωγής. Στα σημερινά βιομηχανικά πρότυπα ποιότητας αυτό
συμβαίνει ήδη εδώ και καιρό.
Ποιότητα προϊόντων στη Σοβιετική Ένωση
Οι πιο εκτενείς και τεκμηριωμένες έρευνες που βρέθηκαν για
την ποιότητα των προϊόντων στη Σοβιετική Ένωση εκπονήθηκαν από τους Malcolm
Hill και Richard McKay κατά τη δεκαετία του 1980. Στις έρευνες αυτές
επιλέχθηκαν ως αντιπροσωπευτικά προϊόντα εργαλειομηχανές διαφόρων ειδών,
ηλεκτροκινητήρες, οχήματα, οικιακά ψυγεία και κάμερες, και συγκρίθηκαν με
δυτικά αγαθά με βάση τα δεσμευτικά βιομηχανικά πρότυπα καθώς και άλλους δείκτες
(για παράδειγμα συνεντεύξεις με δυτικούς αγοραστές).
Το σοβιετικό σύστημα διασφάλισης ποιότητας στηριζόταν
κυρίως σε τυποποιημένες τεχνικές προδιαγραφές των επιχειρήσεων, των κλαδικών
υπουργείων και της κεντρικής επιτροπής κρατικών προτύπων. Τα πρότυπα του
τελευταίου, με τη συντομογραφία GOST, είχαν ιδιαίτερη σημασία, επειδή είχαν
ισχύ νόμου και η παραβίασή τους μπορούσε να επιφέρει κυρώσεις. Τα πρότυπα των
επιχειρήσεων και των υπουργείων έπρεπε να βρίσκονται σε συμφωνία με τα GOST. Η
τήρηση των προτύπων ελεγχόταν διαρκώς και προϊόντα που έπεφταν κάτω από το προκαθορισμένο
όριο ανοχής αποσύρονταν από την παραγωγή. Για να αποφευχθεί το να παράγουν οι
επιχειρήσεις απλώς λίγο πάνω από τα ελάχιστα πρότυπα και να δημιουργηθεί ένα
κίνητρο για παραγωγή υψηλής ποιότητας, υπήρχε, δεύτερον, ένα σύστημα
πιστοποιητικών ποιότητας. Αν ένα προϊόν πετύχαινε υψηλές επιδόσεις σε μια σειρά
κριτηρίων, λάμβανε πιστοποιητικό ποιότητας, η τιμή του αυξανόταν και αναλόγως
αυξανόταν και το διαθέσιμο εισόδημα της επιχείρησης, πράγμα που τη διευκόλυνε
να επιτυγχάνει στο μέλλον τους στόχους του σχεδίου[84].
Πώς ήταν λοιπόν στην πράξη η ποιότητα των σοβιετικών
προϊόντων σε σύγκριση με τα δυτικά αντίστοιχά τους;
Στον τομέα των εργαλειομηχανών εξετάστηκαν κυρίως μηχανές
διάτρησης, λείανσης και φρεζαρίσματος, οι οποίες είχαν σχεδιαστεί για ευρύ
φάσμα εφαρμογών στη διαδικασία παραγωγής. Ως εργαλειομηχανές νοούνται γενικά οι
μηχανές με τις οποίες κατεργάζεται υλικά το αντικείμενο της εργασίας. Είναι
προφανές ότι προβλήματα ποιότητας σε αυτού του είδους τα μέσα παραγωγής, ιδίως
ανεπαρκής ακρίβεια, πρέπει αναγκαστικά να οδηγούν σε σφάλματα κατεργασίας και
έτσι σε ελαττωματική παραγωγή ή σε ανεπαρκή ποιότητα σε ένα ευρύ φάσμα άλλων
κατηγοριών αγαθών. Η διασφάλιση καλής ποιότητας στις εργαλειομηχανές έχει
επομένως εξέχουσα σημασία.
Ο Hill (1985) καταλήγει στα εξής συμπεράσματα:
«Υπάρχουν ισχυρές
ενδείξεις ότι η ποιότητα των εργαλειομηχανών γενικής χρήσης που κατασκευάζονται
στη Σοβιετική Ένωση είναι συγκρίσιμη με την ποιότητα των μηχανών που
κατασκευάζονται στη Μεγάλη Βρετανία. Καθώς πολλές από τις απαιτήσεις των
βρετανικών προτύπων βασίζονται στις συστάσεις του Διεθνούς Οργανισμού
Τυποποίησης και η βρετανική βιομηχανία εργαλειομηχανών προμηθεύει εδώ και καιρό
διεθνείς αγορές, η ΕΣΣΔ μπορεί πλέον να θεωρηθεί ως δυνητικός διεθνής
προμηθευτής εργαλειομηχανών γενικής χρήσης με επαρκή ποιότητα.»[85]
Μια σειρά συνεντεύξεων με βρετανούς επιχειρηματίες από τα
τέλη της δεκαετίας του 1970 επιβεβαιώνει ότι αυτοί θεωρούσαν αποδεκτή την
ακρίβεια των σοβιετικών εργαλειομηχανών για γενικές χρήσεις και σύμφωνη με τα
προβλεπόμενα πρότυπα[86].
Ιδιαίτερα υψηλής ποιότητας ήταν οι μηχανές λείανσης για την κατεργασία επίπεδων
και κυλινδρικών επιφανειών καθώς και οι μηχανές κοπής οδοντωτών τροχών. Αυτό
αποδεικνύει υψηλή τεχνολογική ικανότητα της Σοβιετικής Ένωσης σε αυτό το πεδίο,
καθώς τέτοιες μηχανές απαιτούν σύνθετους μηχανισμούς και υψηλή ακρίβεια στην
κατασκευή[87]. Το
επιφυλακτικά διατυπωμένο συμπέρασμα του Hill είναι: «Με βάση αυτά τα αποτελέσματα, φαίνεται λοιπόν σκόπιμο να
επανεξεταστούν ορισμένες από τις ευρέως διαδεδομένες απόψεις στη Δύση σχετικά
με την ποιότητα των σοβιετικών προϊόντων, καθώς ορισμένα σημεία κριτικής
ενδέχεται να είναι υπερβολικά.»[88]
Για τους ηλεκτροκινητήρες, η έρευνα κατέληξε στο εξής: «Δεν μπορεί να διακριθεί κάποιο ενιαίο
πρότυπο που να δείχνει ότι οι μηχανές δυτικής ή σοβιετικής παραγωγής είναι
τεχνολογικά ανώτερες.»[89]
Στην αυτοκινητοβιομηχανία, τα πρότυπα για τα εξαρτήματα
στην παραγωγή ήταν επίσης συγκρίσιμα με εκείνα της Μεγάλης Βρετανίας· ωστόσο,
στη Σοβιετική Ένωση έλειπε η παραγωγή επιβατικών αυτοκινήτων υψηλής ποιότητας.
Κανένα επιβατικό αυτοκίνητο δεν έλαβε πιστοποιητικό ποιότητας. Ως λόγους γι’
αυτό, οι Hill και McKay υποθέτουν, πέρα από τη χαμηλότερη προτεραιοποίηση αυτού
του κλάδου, και το ότι στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες υπήρχε μακρύτερη
και εκτενέστερη παράδοση βιομηχανικής σειριακής παραγωγής τέτοιων αυτοκινήτων,
ότι τα ιδιωτικά επιβατικά αυτοκίνητα έπαιζαν ιδιαίτερα προβεβλημένο ρόλο ως
σύμβολο της δυτικής καταναλωτικής κουλτούρας και ότι στη Δύση πολλές ωθήσεις
για βελτίωση της ποιότητας προέρχονταν από τον μηχανοκίνητο αθλητισμό, ο οποίος
στη Σοβιετική Ένωση σχεδόν δεν ασκούνταν. Καλύτερη ήταν η ποιότητα στα φορτηγά,
τα οποία (σίγουρα λόγω της γενικής εθνικοοικονομικής και στρατιωτικής τους
σημασίας) προτεραιοποιούνταν από τον σχεδιασμό πάντα υψηλότερα από τα επιβατικά
αυτοκίνητα. Έτσι, ορισμένα προηγμένα μοντέλα φορτηγών παράγονταν μαζικά και
μάλιστα βραβεύονταν και με πιστοποιητικό ποιότητας[90].
Η σύγκριση των σοβιετικών οικιακών ψυγείων έδειξε ότι αυτά
μπορούσαν ουσιαστικά να σταθούν απέναντι στα δυτικά μοντέλα. Τα σοβιετικά
μοντέλα είχαν μικρότερες αδυναμίες, συχνά λιγότερα ράφια κ.ο.κ., ήταν όμως
φθηνά, ανθεκτικά και αξιόπιστα, είχαν καλή φήμη στις ξένες αγορές και μπορούσαν
στο χαμηλότερο τμήμα τιμών να ανταγωνιστούν επαρκώς τα δυτικά ψυγεία[91].
Οι κάμερες από τη Σοβιετική Ένωση αξιολογήθηκαν επίσης
συνολικά ως ικανοποιητικές. Μειονεκτήματά τους ήταν ότι ήταν βαριές και
ογκώδεις και ότι, λόγω της σχεδόν πλήρους απουσίας ηλεκτρονικών εξαρτημάτων,
υστερούσαν σε αυτοματοποίηση σε σχέση με τα δυτικά μοντέλα. Από την άλλη
πλευρά, όμως, ήταν απλά και λειτουργικά σχεδιασμένες, εύχρηστες και διέθεταν
καλούς φακούς για φωτογραφίες υψηλής ανάλυσης[92].
Συνοψίζοντας, οι συγγραφείς διαπιστώνουν ότι η τυποποίηση σε συνδυασμό με το
σύστημα των πιστοποιητικών ποιότητας ήταν, αντίθετα προς τις συχνές δυτικές
προκαταλήψεις και διακηρύξεις, πράγματι αποτελεσματικά μέσα για να
διασφαλίζεται μια ικανοποιητική ή καλή ποιότητα της πλειονότητας των σοβιετικών
προϊόντων, ακόμη και στον τομέα των καταναλωτικών αγαθών. Τα μέσα αυτά ήταν
επιτυχή στο να διορθώσουν τα προβλήματα ποιότητας που είχαν εμφανιστεί στις
πρώιμες φάσεις της σοβιετικής εκβιομηχάνισης, όταν η έμφαση δινόταν στην
επέκταση της ποσότητας παραγωγής και λιγότερο στην ποιότητα. Αυτό το σύστημα
ήταν, κατά τη γνώμη τους, ιδιαίτερα κατάλληλο για μια σχεδιασμένη οικονομία:
«Φαίνεται επίσης ότι
η μεθοδολογία της τυποποίησης ταιριάζει καλά στις συνθήκες της “εκπλήρωσης του
σχεδίου” σε μια σχεδιασμένη οικονομία, καθώς η τυποποίηση ποσοτικοποιεί τις
σημαντικότερες παραμέτρους και τα περιθώρια ανοχής ενός προϊόντος ως βάση αξιολόγησης.
Με άλλα λόγια: η απόφαση για την ποιότητα του προϊόντος και οι συναφείς
συνέπειες για την εκπλήρωση του σχεδίου και τα έσοδα του εργοστασίου μπορεί να
βασιστεί σε αντικειμενικές δοκιμές και ποσοτικοποιήσιμα δεδομένα για
συγκεκριμένες παραμέτρους. Μια τέτοια προσέγγιση ήταν πιθανότατα εξαρχής πολύ
ελκυστική για τους πολιτικούς υπεύθυνους λήψης αποφάσεων, τους σχεδιαστές και
τους διοικητικούς υπαλλήλους της σοβιετικής οικονομίας, στην οποία η επιτυχία
των εργοστασίων κρίνεται συνήθως βάσει μιας σειράς ποσοτικοποιήσιμων δεικτών.»[93]
Οι αξιολογήσεις ειδικών για σοβιετικά προϊόντα κατέληξαν
γενικά στο συμπέρασμα ότι αυτά τα προϊόντα επιτύγχαναν ικανοποιητικά
αποτελέσματα ως προς την ποιότητά τους:
«Συνοψίζοντας, μπορεί
να ειπωθεί ότι οι περισσότεροι δυτικοί αξιολογητές θεωρούσαν τα σοβιετικά
καταναλωτικά προϊόντα μηχανικά επαρκή, απλά στην κατασκευή και στη συντήρηση
και ανθεκτικά, αλλά βαριά, εν μέρει αναξιόπιστα και άβολα στη χρήση, χωρίς
σύγχρονα χειριστήρια και γενικά ξεπερασμένα και αντιμοντέρνα ως προς το σχέδιο
και την εμφάνιση. Στις τιμές με τις οποίες αυτά τα προϊόντα πωλούνταν στις
δυτικές αγορές, όμως, η στάθμιση των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων τους
οδήγησε στο συμπέρασμα ότι κατά κανόνα παρουσίαζαν καλή σχέση ποιότητας-τιμής.»[94]
Το ότι τα προϊόντα εμφάνιζαν, σε διαφορετικούς κλάδους,
ορισμένες αδυναμίες, οι συγγραφείς δεν το αποδίδουν μόνο, όπως συνηθίζεται
στους περισσότερους αστούς συγγραφείς, στην «αγορά του πωλητή» της σχεδιασμένης
οικονομίας, η οποία θα αφαιρούσε από τις επιχειρήσεις τα κίνητρα για βελτιώσεις
ποιότητας. Αντίθετα, πρέπει να ληφθεί υπόψη, λένε, και η καταναλωτική δομή της
σοβιετικής κοινωνίας: επρόκειτο συνολικά ακόμη για μια πολύ φτωχότερη κοινωνία
από τις ανεπτυγμένες βιομηχανικές κοινωνίες της Δύσης, όπου η αγοραστική δύναμη
ανά κάτοικο ήταν αντιστοίχως μικρότερη. Αυτό ευνοούσε το γεγονός ότι η
σοβιετική βιομηχανία επικεντρωνόταν σε μικρότερη ποικιλία καταναλωτικών
προϊόντων, λιγότερο εκλεπτυσμένων αλλά ανθεκτικών, με τα οποία μπορούσαν να
εφοδιαστούν πλατιά στρώματα του πληθυσμού και τα οποία μπορούσαν επίσης να
αντέξουν στις σκληρές καιρικές συνθήκες μεγάλων περιοχών της Σοβιετικής Ένωσης.
Για τις ανάγκες των καταναλωτών στη Σοβιετική Ένωση και σε άλλες χώρες του
Συμβουλίου Αμοιβαίας Οικονομικής Βοήθειας, καθώς και για τις δεδομένες
δυνατότητες, τα σοβιετικά προϊόντα ίσως ήταν μάλιστα καλύτερα προσαρμοσμένα από
τα δυτικά προϊόντα[95].
Επιπλέον, στη Σοβιετική Ένωση έλειπε ένας ανεπτυγμένος τομέας παραγωγής
ηλεκτρονικών ειδών προσανατολισμένων στην κατανάλωση, πράγμα που περιόριζε τις
δυνατότητες διαφοροποίησης της βιομηχανίας καταναλωτικών αγαθών.
Για την εκτίμηση των αποτελεσμάτων: Αποδεικνύουν τα δεδομένα ένα
«ποιοτικό πρόβλημα» της σχεδιασμένης οικονομίας;
Τα σοβιετικά προϊόντα στη βιομηχανία μέσων παραγωγής ήταν
λοιπόν ποιοτικά περίπου ισοδύναμα με εκείνα δυτικών χωρών όπως η Μεγάλη
Βρετανία. Τα σοβιετικά καταναλωτικά αγαθά είχαν απέναντι στα δυτικά ορισμένα
μειονεκτήματα, συνολικά όμως παρουσίαζαν επίσης ικανοποιητική ποιότητα. Από τα
διαθέσιμα δεδομένα δεν μπορεί να γίνει λόγος για ένα σημαντικό ποιοτικό χάσμα
ανάμεσα στα δυτικά και τα σοβιετικά βιομηχανικά προϊόντα.
Ταυτόχρονα, ο σοβιετικός αμυντικός τομέας έδειχνε σε ποιες
καινοτομίες και σε ποια προηγμένα αγαθά ήταν ικανή η σχεδιασμένη οικονομία εκεί
όπου, μέσω της προτεραιοποίησης, ήταν διαθέσιμοι επαρκείς πόροι. Παρά την ακόμη
αισθητή, σε γενικές γραμμές, υστέρηση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων
στη Σοβιετική Ένωση σε σύγκριση με τις ηγετικές καπιταλιστικές χώρες, η
σοβιετική πολεμική βιομηχανία παρήγαγε οπλικά συστήματα ύψιστης ποιότητας.
Σύμφωνα με εις βάθος αναλύσεις του αμερικανικού υπουργείου Άμυνας, τα σοβιετικά
άρματα μάχης και το πυροβολικό ήταν λίγο-πολύ ισοδύναμα με τα δυτικά και το
σοβιετικό τεθωρακισμένο όχημα μάχης BMP-2 ήταν «ένα από τα καλύτερα στον κόσμο»[96]. Ένα
ακόμη γνωστό παράδειγμα ανώτερης σοβιετικής υψηλής τεχνολογίας είναι φυσικά και
η διαστημική, όπως φάνηκε από το ότι η Σοβιετική Ένωση έστειλε τόσο τον πρώτο
τεχνητό δορυφόρο (Sputnik-1) όσο και
τον πρώτο άνθρωπο (Γιούρι Γκαγκάριν) στο διάστημα. Όλα αυτά αποτελούν ισχυρές
ενδείξεις ότι το ζήτημα της ποιότητας είναι πάνω απ’ όλα ζήτημα
προτεραιοποίησης και διάθεσης πόρων.
Η διαρκής εστίαση της Σοβιετικής Ένωσης και των με αυτήν
συμμαχικών σοσιαλιστικών κρατών στον στρατιωτικό οικονομικό τομέα δεν ήταν
βέβαια μια απόφαση που ελήφθη από το πουθενά και ακόμη λιγότερο μια ιδιότητα
που να απορρέει από την ίδια τη σχεδιασμένη οικονομία, αλλά κάτι που επιβλήθηκε
εξωτερικά από ένα εχθρικό περιβάλλον εξωτερικής πολιτικής. Δεν πρέπει βέβαια να
αρνηθεί κανείς ότι υπήρξαν πράγματι και δυσλειτουργίες στη σοβιετική
σχεδιασμένη οικονομία, οι οποίες εμπόδιζαν καλύτερα παραγωγικά αποτελέσματα
(περισσότερα γι’ αυτό παρακάτω). Ωστόσο, ακόμη και παρά αυτά τα προβλήματα, ο
γενικός ισχυρισμός σύμφωνα με τον οποίο η σοβιετική βιομηχανία υπέφερε από
χρόνιες και σοβαρές ελλείψεις ποιότητας αποδεικνύεται, υπό το φως των
γεγονότων, προκατάληψη. Αντίστροφα, πρέπει να αμφισβητηθεί σοβαρά αν η
Σοβιετική Ένωση, ακόμη και χωρίς αυτά τα προβλήματα, θα ήταν σε θέση, δεδομένης
της δυσμενούς αφετηρίας της και των άνισων συνθηκών ανάπτυξης, να ξεπεράσει σε
όλους τους τομείς τις πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, για παράδειγμα
στην παραγωγή εξαιρετικά σύνθετων καταναλωτικών αγαθών.
Συνολικά, λοιπόν, τα πραγματικά δεδομένα που υποτίθεται ότι
θα αποδείκνυαν τον ισχυρισμό περί χαμηλότερης ικανότητας των σοσιαλιστικών
σχεδιασμένων οικονομιών ως προς την ποιότητα των προϊόντων είναι κάτι
περισσότερο από πενιχρά. Αυτό δεν εμπόδισε ούτε τον Kornai ούτε τους αμέτρητους
ακαδημαϊκούς που από τότε στηρίζονται στα γραπτά του να συνεχίζουν να
επιχειρηματολογούν σαν να επρόκειτο για μια αδιασάλευτη πραγματικότητα – πράγμα
που πιθανότατα δεν θα αλλάξει ούτε στο μέλλον. Για εμάς αυτό σημαίνει, αφενός,
ότι πρέπει να απορρίψουμε και αυτό το αντικομμουνιστικό επιχείρημα στην
πολιτική αντιπαράθεση· αφετέρου όμως δείχνει ότι κατά πάσα πιθανότητα και στις
μελλοντικές σοσιαλιστικές εθνικές οικονομίες το ζήτημα της ποιότητας των
προϊόντων δεν θα αποτελεί ιδιαίτερα οξύ πρόβλημα. Παρ’ όλα αυτά, έχει ασφαλώς
νόημα να σκεφτούμε περαιτέρω δυνατότητες για το πώς μπορούν τα προϊόντα να
ελέγχονται ως προς την καταλληλότητά τους για την ικανοποίηση αναγκών και πώς
τα συμπεράσματα από αυτούς τους ελέγχους θα εντάσσονται στον σχεδιασμό.
Διδακτική είναι προς αυτή την κατεύθυνση και μια
μεταρρύθμιση που ξεκίνησε το 1987, υπό την ηγεσία του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, με
στόχο τη βελτίωση της ποιότητας. Η μεταρρύθμιση αυτή ήταν τόσο κακοσχεδιασμένη
και η οικονομική ζημιά που προέκυψε τόσο προβλέψιμη, ώστε αντικειμενικά μπορεί
να θεωρηθεί πράξη σαμποτάζ ενάντια στη σοβιετική οικονομία. Σε περίπου 1500
κεντρικές επιχειρήσεις, που αντιπροσώπευαν περίπου το 20% της βιομηχανικής
παραγωγής της χώρας και δραστηριοποιούνταν κυρίως στον κλάδο της μηχανοκατασκευής,
τα πρότυπα ποιότητας αυξήθηκαν μαζικά στις αρχές του 1987. Οι επιθεωρητές της Gosstandart, της επιτροπής κρατικών
προτύπων, ήταν τώρα τόσο αυστηροί ώστε την άνοιξη του 1987 απέρριπταν περίπου
το 30% της βιομηχανικής εκροής ως απαράδεκτο. Έτσι οι επιχειρήσεις αναγκάστηκαν
να χρησιμοποιήσουν πόρους που είχαν ήδη προγραμματιστεί για να ξαναδουλέψουν
και να βελτιώσουν τα προϊόντα που είχαν απορριφθεί. Οι εργάτες έπρεπε να
προσφέρουν απλήρωτη πρόσθετη εργασία για να διορθώσουν ελαττώματα, πράγμα που
οδήγησε σε τεράστια απογοήτευση και ακόμη και σε απεργία. Οι στόχοι του σχεδίου
δεν επιτεύχθηκαν, επειδή τώρα πόροι αποσπώνταν για την αποκατάσταση, ενώ ήταν
προγραμματισμένοι για άλλους σκοπούς, αλλά και επειδή από την επιτευχθείσα
παραγωγική εκροή ένα μέρος οριζόταν πλέον ως άχρηστο[97].
Αυτή η εμπειρία δείχνει εκ νέου ότι δεν υπάρχει κανένα
πρόβλημα στο να επιβάλλονται απέναντι στις επιχειρήσεις κεντρικά
προκαθορισμένοι ποιοτικοί στόχοι. Οι επιθεωρητές στη ύστερη Σοβιετική Ένωση
μπορούσαν να ελέγχουν αποτελεσματικά την ποιότητα και να αντλούν συνέπειες από
αυτό, ακόμη κι αν στην περίπτωση αυτή οι συνέπειες ήταν αρνητικές. Η δυσκολία
βρίσκεται μάλλον στο ότι οι βελτιώσεις ποιότητας προκύπτουν μόνο ως αποτέλεσμα
μιας πληθώρας παραγόντων, που εδράζονται στις ίδιες τις διαδικασίες παραγωγής.
Αν λείπουν οι αντίστοιχοι πόροι, σύγχρονες μηχανές, κατάλληλη τεχνογνωσία και
εμπειρία των εργατών, καθώς και μέσα δοκιμής για τον έλεγχο της ποιότητας, τότε
τα αυστηρότερα πρότυπα είναι άχρηστα ή, αν είναι υπερβολικά, ακόμη και
επιζήμια. Η δημιουργία τέτοιων υλικών προϋποθέσεων για αυξήσεις της ποιότητας
είναι όμως, ανεξάρτητα από το κοινωνικό σύστημα, ένα σύνθετο καθήκον και τείνει
να μπορεί να αντιμετωπιστεί καλύτερα σε μια σοσιαλιστική οικονομία, στην οποία
καταρτίζεται ένα συνολικό οικονομικό σχέδιο που μπορεί να λαμβάνει υπόψη όλες
αυτές τις απαιτήσεις και την αλληλεπίδρασή τους, απ’ ό,τι σε μια καπιταλιστική
οικονομία, όπου ο σχεδιασμός πραγματοποιείται κυρίως στο εσωτερικό της
επιχείρησης.
Πραγματικά προβλήματα ποιότητας και συμπεράσματα που προκύπτουν από
αυτά
Όλα αυτά δεν σημαίνουν βέβαια ότι τα προβλήματα ποιότητας
στις σοσιαλιστικές σχεδιασμένες οικονομίες ήταν αμελητέο ζήτημα. Παραπάνω έγινε
λόγος για ορισμένα από τα προβλήματα που εμφανίστηκαν στη Σοβιετική Ένωση:
μεγάλο βάρος και ογκώδεις μορφές, όχι ιδιαίτερα ελκυστικά σχέδια και γενικά
λίγα προϊόντα πολύ υψηλής ποιότητας. Φυσικά υπήρχαν και εξαιρέσεις, και
ορισμένα σοβιετικά καταναλωτικά είδη υψηλής ποιότητας ήταν τόσο δημοφιλή ώστε
επέζησαν της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης και μέχρι σήμερα παράγονται
λίγο-πολύ αμετάβλητα και πωλούνται εν μέρει σε υψηλές τιμές: για παράδειγμα η
μοτοσικλέτα IMZ-Ural, από την οποία
στο εργοστάσιο του Irbit παράγονταν 130.000 ετησίως και η οποία αγοράζεται και
σήμερα ευχάριστα· οι υψηλής ποιότητας κάμερες Zenit· τα δημοφιλή αθλητικά παπούτσια Dva Mjatscha, που λόγω του σχεδίου τους ονομάζονταν τα «σοβιετικά Converse»· το άρωμα Krasnaja Moskwa ή τα ανδρικά κοστούμια της μάρκας Bolschewitschka[98]. Αυτό
δείχνει ότι ο σοβιετικός τομέας καταναλωτικών αγαθών ήταν επίσης ικανός για
σχεδιασμό και παραγωγή πολύ υψηλής ποιότητας αγαθών, θα έπρεπε όμως εδώ να
διερευνηθεί αν η παραγωγή αυτών των ειδών πολυτελείας πραγματοποιούνταν και με
αποδεκτό κόστος. Όπως και να έχει, πολλά από αυτά τα προϊόντα αποτελούν μάλλον
εξαιρέσεις και δεν καταναλώνονταν από την πλατιά μάζα του πληθυσμού.
Από πού προέρχονταν οι περιγραφόμενες αδυναμίες των
σοβιετικών μαζικών καταναλωτικών αγαθών θα έπρεπε επίσης να διερευνηθεί με
μεγαλύτερη ακρίβεια, πράγμα που όμως δεν μπορεί να γίνει εδώ. Είναι πιθανό ότι
διαφορετικά ελαττώματα είχαν και πολύ διαφορετικές αιτίες: έτσι, για
παράδειγμα, το μεγάλο βάρος ήταν πιθανότατα συνέπεια του ότι στη μείωση του
βάρους στην κατασκευή δεν είχε δοθεί ιδιαίτερη προτεραιότητα, επειδή οι
βελτιώσεις ποιότητας σε άλλα πεδία εκτιμώνταν ως πιο επείγουσες. Πρόκειται εδώ
για ένα τεχνικό καθήκον και δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποθέσει κανείς ότι οι
μηχανικοί σε μια σχεδιασμένη οικονομία θα ήταν λιγότερο ικανοί σε αυτό απ’ ό,τι
στον καπιταλισμό. Τα συχνά αναφερόμενα αισθητικά ελαττώματα του σχεδιασμού,
αντίθετα, θα μπορούσαν πράγματι να παραπέμπουν στο ότι το σύστημα ποιοτικού
ελέγχου μέσω κρατικών προτύπων, παρότι καταρχήν εύλογο και αποτελεσματικό, είχε
ένα τυφλό σημείο στο να ενσωματώνει στον σχεδιασμό παράγοντες όπως η αισθητική,
οι οποίοι δύσκολα ή και καθόλου δεν προσδιορίζονται και μετρώνται
αντικειμενικά. Και εδώ, ωστόσο, θα ήταν παράλογο να ισχυριστεί κανείς ότι μια
σοσιαλιστική οικονομία δεν θα μπορούσε να διορθώσει αυτό το πρόβλημα: μέσω
ερευνών καταναλωτών και βάσει των πραγματοποιημένων πωλήσεων (εφόσον υπάρχει
επαρκώς ευρύ φάσμα προσφοράς και άρα αρκετές δυνατότητες επιλογής), είναι
φυσικά δυνατό να ελέγχονται οι αισθητικές απαιτήσεις του πληθυσμού απέναντι σε
ορισμένα αγαθά. Με τη βοήθεια διαγωνισμών, βραβεύσεων και στενής συνεργασίας
ανάμεσα σε μηχανικούς και καλλιτέχνες είναι επίσης δυνατό να προωθούνται και να
υλοποιούνται δημιουργικές και ελκυστικές ιδέες. Ωστόσο, οι μελλοντικοί
σοσιαλιστές σχεδιαστές θα πρέπει να έχουν αυτό το πρόβλημα στο οπτικό τους
πεδίο και να μάθουν από τα προβλήματα των σοσιαλιστικών χωρών που κατέρρευσαν,
καθώς και, ενδεχομένως, να δοκιμάσουν νέες μεθόδους.
Επιπλέον, οι μέθοδοι που αποδείχθηκαν αποτελεσματικές στη
Σοβιετική Ένωση δεν θα μπορούν όλες να μεταφερθούν χωρίς περιορισμούς σε
μελλοντικές σοσιαλιστικές σχεδιασμένες οικονομίες. Ιδίως το σύστημα των
πιστοποιητικών ποιότητας, το οποίο στη Σοβιετική Ένωση, στο μικροοικονομικό
επίπεδο, προσέφερε πράγματι καλές υπηρεσίες για τη βελτίωση της ποιότητας των
προϊόντων και για την κάλυψη κενών στο σύστημα των κρατικών προτύπων, πρέπει
συνολικά να κριθεί κριτικά. Σύμφωνα με το σύστημα των πιστοποιητικών ποιότητας,
οι επιχειρήσεις που παρήγαν αγαθά ύψιστης ποιότητας λάμβαναν πρόσθετα χρηματικά
μέσα. Ένα τέτοιο σύστημα κινήτρων είναι προφανώς δυνατό μόνο εκεί όπου οι
επιχειρήσεις έχουν δικό τους προϋπολογισμό και αναπαράγουν οι ίδιες τα μέσα
τους. Αυτή η σύλληψη όμως υπονομεύει τη σχεδιασμένη οικονομία, αφενός
οικονομικά, επειδή σημαίνει μεγαλύτερη αυτονομία των επιχειρήσεων στο να
αποφασίζουν τι και πόσο από αυτό θέλουν να παράγουν. Αν οι επιχειρήσεις
προσανατολίζονται στο «κέρδος», θα παράγουν, τουλάχιστον μέσα στο περιθώριο που
τους αφήνει το σχέδιο γι’ αυτό, μάλλον πράγματα που αποφέρουν περισσότερο
κέρδος και όχι εκείνα που χρειάζονται με τη μεγαλύτερη κοινωνική επείγουσα
ανάγκη. Καθώς όμως όλες οι άλλες επιχειρήσεις εξαρτώνται από τον όσο γίνεται
λεπτομερέστερα συντονισμένο σχεδιασμό της παραγωγής των εισροών, αυτή η
ιστορικά εισαχθείσα στις περισσότερες σοσιαλιστικές χώρες παραλλαγή της
σχεδιασμένης οικονομίας με περιορισμένα στοιχεία αγοράς δεν μπορεί να είναι
συνεπής και πρέπει να οδηγεί αφενός σε στενότητες εφοδιασμού και αφετέρου σε
υπερπαραγωγή[99].
Αφετέρου, τα υλικά μπόνους προς τις επιτυχημένες επιχειρήσεις οδηγούσαν στο να
μεγαλώνει ακόμη περισσότερο το χάσμα ανάμεσα σε αυτές τις επιβραβευμένες
επιχειρήσεις και σε όλες τις άλλες, έτσι ώστε, ενδεχομένως και λόγω τυχαίων
παραγόντων, οι μεν να μπορούν πάντοτε να εκπληρώνουν ολοένα καλύτερα τους
στόχους του σχεδίου, ενώ στις δε να λείπουν χρονίως τα μέσα γι’ αυτό. Πολιτικά,
αυτό το σύστημα υπονόμευε επιπλέον τον σοσιαλισμό επειδή ο προσανατολισμός των
επιχειρήσεων στο κέρδος έκανε, στη συνείδηση των διευθυντών των επιχειρήσεων,
το σχέδιο —που περιόριζε τις δυνατότητες κέρδους της επιχείρησης και γενικά την
αυτόνομη οικονομική της δράση με κάθε λογής τρόπους— να φαίνεται ως εμπόδιο.
Αυτό ενίσχυε σε αυτούς το κίνητρο να οικειοποιηθούν για τους ίδιους τα κέρδη
των επιχειρήσεων, δηλαδή να θέλουν να περιορίσουν ή και να καταργήσουν εντελώς
τον κεντρικό σχεδιασμό.
Τα πιστοποιητικά ποιότητας μπορούν υπό ορισμένες
προϋποθέσεις να αποτελέσουν παρ’ όλα αυτά μια εύλογη μέθοδο για να παρακινούν
τις επιχειρήσεις σε κορυφαίες επιδόσεις. Ωστόσο, αυτά δεν μπορούν να
επιβραβεύονται με πληρωμές στον προϋπολογισμό της επιχείρησης. Ενδέχεται το
κύρος και η τιμή που συνεπάγεται μια τέτοια διάκριση να αρκούν συχνά ως κίνητρο
για υψηλές επιδόσεις, ιδίως σε μια πολιτικά συνειδητή εργατική τάξη.
Διαφορετικά, είναι δυνατά και υλικά κίνητρα σε μη χρηματική μορφή (βλ.
παραπάνω).
Σχεδιασμός βελτιώσεων ποιότητας
Ας επιχειρήσουμε τώρα γενικά μια πρώτη απάντηση στο ερώτημα
πώς οι βελτιώσεις ποιότητας μπορούν να γίνουν στόχος του σχεδίου στον
σοσιαλισμό και βάσει ποιων κριτηρίων μπορεί να γίνεται η αποτίμηση της
εκπλήρωσης του σχεδίου.
Στα περισσότερα σημαντικά προϊόντα, από τα οποία εξαρτάται
η ομαλή λειτουργία της εθνικής οικονομίας, όπως για παράδειγμα εξαρτήματα για
μηχανές, οικοδομικά υλικά, αλλά και τελικά προϊόντα όπως φορτηγά, πλυντήρια
πιάτων ή επιδαπέδια φωτιστικά, η ποιότητα μπορεί σε μεγάλο βαθμό να
προσδιοριστεί αντικειμενικά, να ποσοτικοποιηθεί και να υπολογιστεί. Και οι
βελτιώσεις της ποιότητας μπορούν αναλόγως να εκφραστούν σε τεχνικά δεδομένα και
να σχεδιαστούν, κάτι που επιβεβαιώνεται από την εμπειρία της Σοβιετικής Ένωσης
(βλ. παραπάνω).
Μια προφανής ένσταση απέναντι σε μια τέτοια «τεχνική»
κατανόηση της ποιότητας είναι όμως ότι δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση αυτό που οι
καταναλωτές αντιλαμβάνονται και βιώνουν ως «ποιότητα» να εκφραστεί σε τεχνικά
δεδομένα. Είναι προφανώς παράλογο, για παράδειγμα, να θέλει κανείς να
αξιολογήσει την ποιότητα ενός εστιατορίου με βάση το ποια επιφάνεια ή ποιο
βάρος έχουν τα γεύματα που παρασκευάζονται.
Συνιστούν τέτοια παραδείγματα, λοιπόν, πρόβλημα για μια
σχεδιασμένη οικονομία; Καταρχάς, το παράδειγμα των εστιατορίων πρέπει να
αποτιμηθεί σωστά ως προς τη σημασία του: χωρίς αμφιβολία θα ήταν επιθυμητό σε
μια σοσιαλιστική κοινωνία να υπάρχουν πολλά εστιατόρια με πρώτης τάξεως
κουζίνα. Αν όμως αυτό δεν συνέβαινε, αν δηλαδή τα εστιατόρια σέρβιραν στην
πλειονότητά τους μέτριο φαγητό, οι επιπτώσεις αυτού θα ήταν πολύ περιορισμένες.
Μια δυσαρεστημένη πελατεία δεν έχει για την οικονομική επιτυχία του σοσιαλισμού
τόσο μεγάλη βαρύτητα όσο, για παράδειγμα, το αν οι επιχειρήσεις που παράγουν
οικοδομικά υλικά ή σημαντικά μηχανικά εξαρτήματα μπορούν να παραδίδουν μόνο
κακής ποιότητας προϊόντα. Αυτό οφείλεται στο ότι μπορούμε να φανταστούμε την
οικονομία σαν έναν ιστό αράχνης, στον οποίο υπάρχουν αμέτρητες συνδέσεις
ανάμεσα στις μονάδες παραγωγής – και σε αυτόν τον ιστό οι παραγωγοί οικοδομικών
υλικών και μηχανικών εξαρτημάτων βρίσκονται στο κέντρο, πράγμα που σημαίνει ότι
μεγάλα τμήματα της υπόλοιπης οικονομίας εξαρτώνται από αυτούς. Η γαστρονομία,
αντίθετα, βρίσκεται στην περιφέρεια του ιστού – μια αποτυχία της θα είχε μόνο
μικρές επιπτώσεις στην υπόλοιπη οικονομία.
Όλα αυτά δεν σημαίνουν βέβαια ότι θα είχε μικρή σημασία να
εξασφαλιστεί υψηλή ποιότητα και σε τέτοιου είδους επιχειρήσεις υπηρεσιών. Πώς
θα ήταν αυτό δυνατό, για παράδειγμα;
Καταρχήν, οι καταναλωτικές ανάγκες που υπάρχουν στην
κοινωνία μπορούν να διαπιστωθούν μέσω της έρευνας κατανάλωσης με
δειγματοληπτικές έρευνες και φυσικά και βάσει των τάσεων των πωλήσεων. Αυτό
είναι δυνατό και σε μικρή κλίμακα: έτσι, για παράδειγμα, σε κάθε πόλη μπορεί να
γίνει μια τοπική συλλογή δεδομένων, η οποία να προσδιορίζει τι είδους
εστιατόρια επιθυμούν οι κάτοικοι (π.χ. πόσα ιταλικά, βιετναμέζικα ή γερμανικά
εστιατόρια) και ποιες προσφορές είναι ιδιαίτερα επιθυμητές. Από αυτό θα
μπορούσε να καταρτιστεί ένα τοπικό σχέδιο, που να προσαρμόζει τη γαστρονομική
προσφορά στη ζήτηση, δηλαδή, για παράδειγμα, να ανοίγει ή να κλείνει εστιατόρια
ή καφέ. Τώρα, είναι επίσης προφανές ότι σε τέτοιου είδους επιχειρήσεις
υπηρεσιών δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να τίθενται καθαρά φυσικοί στόχοι σχεδίου,
για παράδειγμα ότι ένα εστιατόριο πρέπει οπωσδήποτε να μαγειρεύει 10.000 λίτρα
αρακόσουπα τον χρόνο, ανεξάρτητα από το αν αυτή ζητείται ή όχι. Αντίθετα, ένα
λογικό κριτήριο επιτυχίας θα ήταν η ικανοποίηση των πελατών, οι οποίοι θα
μπορούσαν να δίνουν αξιολόγηση, παρόμοια με τις σημερινές αξιολογήσεις Google.
Είναι επίσης νοητό να τίθεται ως στόχος σχεδίου ένας ορισμένος αριθμός
επισκεπτών: καθώς δεν υπάρχει διαφήμιση σε μεγαλύτερη κλίμακα (εκτός από το ότι
ένα εστιατόριο διαφημίζει τα φαγητά του σε μια πινακίδα μπροστά στην πόρτα ή
κάτι παρόμοιο) και οι τιμές πώλησης καθορίζονται κεντρικά, η επιτυχία του
σχεδίου ενός γαστρονομικού καταστήματος θα εξαρτιόταν πρωτίστως από το πόσο
καλά ικανοποιεί τις ανάγκες των πελατών του. Σε αντίθεση με τον καπιταλισμό,
όμως, από την επιτυχία αυτών των επιχειρήσεων δεν εξαρτάται η οικονομική
επιβίωση ολόκληρης μιας οικογένειας και των εργαζομένων της
– αν ένα εστιατόριο κλείσει λόγω αποτυχίας ή έλλειψης
ζήτησης, οι εργαζόμενοι μεταφέρονται σε κάποιο άλλο ή, στη χειρότερη περίπτωση,
επανεκπαιδεύονται για άλλο επάγγελμα.
Και εδώ δεν υπάρχει κανένας λόγος για την παραδοχή ότι μια
επιχείρηση εστίασης σε μια σχεδιασμένη οικονομία θα παρείχε χειρότερες
υπηρεσίες απ’ ό,τι στον καπιταλισμό. Αντίθετα, σε μια σοσιαλιστική κοινωνία θα
βρισκόταν στο επίκεντρο η ποιότητα της διατροφής. Στον καπιταλισμό, σε πολλές
χώρες, τα εστιατόρια γρήγορου φαγητού με ανθυγιεινά έτοιμα γεύματα κυριαρχούν
στον κλάδο της γαστρονομίας, επειδή σε πολλά σημεία (για παράδειγμα σε
αυτοκινητοδρόμους) έχουν μονοπώλιο και προσελκύουν τους καταναλωτές μέσω διαρκούς
διαφήμισης. Σε μια σχεδιασμένη οικονομία, αντίθετα, θα έπρεπε να προωθούνται
και να αναπτύσσονται στοχευμένα εστιατόρια που παρασκευάζουν υγιεινό και υψηλής
ποιότητας φαγητό.
Τι απομένει από την κριτική του Kornai για τα ποιοτικά προβλήματα της
σχεδιασμένης οικονομίας;
Ο Kornai στηρίζεται σε μια επιφανειακή σύγκριση ορισμένων,
και εν μέρει κατασκευασμένων, οικονομικών αποτελεσμάτων από δυτικά κράτη και
κράτη του ΣΑΟΒ, για να αποδείξει την υπεροχή των πρώτων. Ως εξήγηση για αυτή
την υστέρηση προβάλλει έπειτα διάφορους λόγους, οι οποίοι υποτίθεται ότι
καθιστούν υπεύθυνο αποκλειστικά τον κεντρικό σχεδιασμό, ενώ αγνοεί άλλους
παράγοντες που θα μπορούσαν να εξηγήσουν πολύ πιο πειστικά τις διαφορές.
Για να καταλήξουμε σε μια ουσιαστική εκτίμηση της
ικανότητας των ανατολικοευρωπαϊκών σχεδιασμένων οικονομιών σε σχέση με τη
βιομηχανία καταναλωτικών αγαθών, θα ήταν αναγκαίο να διερευνηθούν συστηματικά
οι επιπτώσεις της κούρσας των εξοπλισμών στους άλλους κλάδους της οικονομίας,
όπως επιχειρεί τουλάχιστον σε κάποια έκταση ο Allen.
Όμως ούτε ο Kornai ούτε άλλοι επικριτές του σοσιαλισμού το
κάνουν αυτό. Όποιος, όπως αυτοί, συγκρίνει απλώς τη βιομηχανία καταναλωτικών
αγαθών της ΛΔΓ με εκείνη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας[100] και
από αυτό, χωρίς να λαμβάνει υπόψη ούτε τους σημαντικότερους αιτιώδεις
παράγοντες, θέλει να συμπεράνει μια γενικά χαμηλότερη οικονομική ικανότητα της
σοσιαλιστικής βιομηχανίας καταναλωτικών αγαθών, κάνει προπαγάνδα και όχι
επιστήμη.
Προστίθεται σε αυτό ότι, λόγω της ακόμη υφιστάμενης
υστέρησής τους στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, το επίκεντρο των
σοσιαλιστικών χωρών βρισκόταν ως επί το πλείστον ακόμη στην παραγωγή
επενδυτικών αγαθών. Η βιομηχανία καταναλωτικών αγαθών ήταν έτσι ο λιγότερο
προτεραιοποιημένος τομέας της βιομηχανίας. Το να συγκρίνει κανείς την ικανότητά
της και τα προϊόντα της, για παράδειγμα, με την πολύ ανεπτυγμένη βιομηχανία
καταναλωτικών αγαθών των ΗΠΑ αγνοεί τις εντελώς διαφορετικές συνθήκες υπό τις
οποίες αναπτύχθηκαν. Έτσι, η διαπίστωση ότι στη Σοβιετική Ένωση η προσφορά
καταναλωτικών αγαθών ήταν λιγότερο ανεπτυγμένη απ’ ό,τι στις ΗΠΑ ή στην ΟΔΓ
ασφαλώς δεν αποτελεί επαρκές τεκμήριο μιας γενικά υψηλότερης ικανότητας του
καπιταλισμού σε αυτό το πεδίο.
Τέλος, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι με την ανάπτυξη διεθνώς
ισχυόντων, εξαιρετικά λεπτομερώς προσδιορισμένων και δοκιμασμένων βιομηχανικών
προτύπων, το ζήτημα της ποιότητας των προϊόντων είναι σήμερα ελέγξιμο σε βαθμό
που ποτέ πριν δεν ήταν στην ιστορία. Η επιβολή μιας παγκοσμίως ενιαίας
τυποποίησης και εφαρμογής προτύπων ποιότητας με τη μορφή του συστήματος ISO
9001 καθώς και των συναφών προγραμμάτων εκπαίδευσης και πιστοποίησης δεν
αποτελεί μόνο μια πολύ ευπρόσδεκτη προεργασία για τη δυνατότητα σοσιαλιστικού
οικονομικού σχεδιασμού, αλλά εξαλείφει για το σημερινό επίπεδο των παραγωγικών
δυνάμεων πλήρως και οριστικά την επιχειρηματολογία του Kornai σχετικά με τα
υποτιθέμενα ποιοτικά προβλήματα της σχεδιασμένης οικονομίας (τα οποία δεν ήταν
ούτε καν στο παρελθόν εμπειρικά βάσιμα).
7. Είναι ο σοσιαλισμός μια «οικονομία της έλλειψης»;
Μια τελευταία γνωστή έννοια, που εισήχθη από τον János
Kornai και από τότε δεν λείπει σχεδόν από καμία αστική κριτική της σχεδιασμένης
οικονομίας, είναι εκείνη της «οικονομίας της έλλειψης». Κατά τον Kornai, κάθε
σχεδιασμένη οικονομία είναι μια «οικονομία της έλλειψης», ενώ οι καπιταλιστικές
οικονομίες λαμβάνουν αυτή τη μορφή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (όπως οι
πόλεμοι)[101].
Με τον όρο οικονομία της έλλειψης, ο Kornai εννοεί μια
οικονομία στην οποία:
«τα φαινόμενα
έλλειψης (1) είναι γενικά, δηλαδή εμφανίζονται σε όλους τους τομείς της
οικονομίας (στο εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών για τους καταναλωτές, στα μέσα
παραγωγής, συμπεριλαμβανομένων των επενδυτικών αγαθών, στην εργατική δύναμη,
στα εξαγόμενα και εισαγόμενα προϊόντα καθώς και στα διεθνή μέσα πληρωμής)· (2)
είναι συχνά και όχι απλώς εξαιρετικά ή σποραδικά· (3) είναι έντονα, έτσι ώστε
να επηρεάζουν πολύ ισχυρά τη συμπεριφορά και το περιβάλλον των οικονομικών
υποκειμένων καθώς και τα χαρακτηριστικά και τα αποτελέσματα των οικονομικών
διεργασιών· και (4) είναι χρόνια, δηλαδή δεν εμφανίζονται μόνο προσωρινά, αλλά
υπάρχουν μόνιμα.»
Ο σοσιαλισμός, λέει ο Kornai, θα ήταν εκ φύσεως πάντοτε μια
«οικονομία της έλλειψης»[102]. Ο
Kornai προσπαθεί να τεκμηριώσει αυτή τη θέση παρουσιάζοντας διάφορα δεδομένα
για αγαθά σε έλλειψη στις σοσιαλιστικές χώρες, για παράδειγμα χρόνους αναμονής
για κατοικίες και αυτοκίνητα. Τα δεδομένα αυτά πράγματι αποδεικνύουν ότι σε
ορισμένους κλάδους υπήρχαν σημαντικές δυσκολίες να ικανοποιηθούν οι
καταναλωτικές ανάγκες του πληθυσμού σε ικανοποιητικό βαθμό. Το ποιοι ήταν όμως
οι λόγοι γι’ αυτό το χάσμα ανάμεσα στις ανάγκες και στην προσφορά αγαθών είναι
ένα εντελώς διαφορετικό ερώτημα, το οποίο δεν προκύπτει καθόλου από τα
δεδομένα. Πάνω απ’ όλα, ο Kornai θα έπρεπε να είχε απαντήσει στην προφανή
ένσταση ότι η γενική υστέρηση της παραγωγικότητας και η χαμηλή προτεραιοποίηση
της βιομηχανίας καταναλωτικών αγαθών – ενώ ταυτόχρονα οι ανάγκες διαμορφώνονταν
από τις προσλήψεις της καταναλωτικής κουλτούρας στη Δύση – θα μπορούσαν από
μόνες τους να εξηγήσουν αυτή τη δυσαναλογία. Τότε, όμως, δεν θα υπήρχε πλέον
κανένα επιχείρημα για τη θέση του, σύμφωνα με την οποία η σχεδιασμένη οικονομία
ως τέτοια θα έπρεπε να είναι μια «οικονομία της έλλειψης».
Για να απαντήσουμε αν αυτό ισχύει ή όχι, πρέπει να
αναρωτηθούμε ποιοι είναι οι λόγοι για την έλλειψη αγαθών σε μια σχεδιασμένη
οικονομία. Διότι οι μεγάλες ουρές και οι λίστες αναμονής δεν προκύπτουν απλώς
και άμεσα ως συνέπεια του ότι μια οικονομία σχεδιάζεται κεντρικά, αλλά
εξαρτώνται ουσιαστικά από την αλληλεπίδραση των ακόλουθων τεσσάρων παραγόντων:
1) της ζήτησης για ένα αγαθό, 2) της πραγματοποιημένης ποσότητας παραγωγής του
αγαθού, 3) της αποτελεσματικότητας της εφοδιαστικής (δηλαδή του αν το αγαθό μπορεί
να διατεθεί έγκαιρα εκεί όπου χρειάζεται και πριν αλλοιωθεί) και 4) των τιμών.
Ως προς το 1): Μπορούμε να θεωρήσουμε τη ζήτηση ως
δεδομένη· εδώ σημαίνει απλώς πόσοι καταναλωτές θα είχαν ενδιαφέρον για το
αγαθό, αν αυτό ήταν διαθέσιμο σε επαρκή βαθμό για όλους.
Ως προς το 2): Η διαθέσιμη για κατανάλωση ποσότητα
παραγωγής (δηλαδή η συνολική ποσότητα παραγωγής μείον αφαιρέσεις για, για
παράδειγμα, εξαγωγές ή αποθέματα) εξαρτάται από την παραγωγικότητα των
επιχειρήσεων και από τη διαθεσιμότητα των απαιτούμενων πόρων. Ο Kornai υπέθετε
ότι οι σχεδιασμένες οικονομίες είναι κατά κανόνα μη παραγωγικές και το θεωρεί
αυτό ήδη απόδειξη της θέσης του περί «οικονομίας της έλλειψης». Αυτή η θέση,
όμως, για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω, δεν είναι πειστική, δεν επιβεβαιώνεται
εμπειρικά και ούτε ο Kornai κατορθώνει να την αποδείξει. Τίποτε, επομένως, δεν
δικαιολογεί την υπόθεση ότι σε μια σχεδιασμένη οικονομία η προσφορά αγαθών
πρέπει καθαυτή να είναι χαμηλή, εκτός εάν αυτό συμβαίνει ως συνέπεια επιθέσεων
του ταξικού εχθρού.
Ως προς το 3): Γιατί ακριβώς η εφοδιαστική μιας
σχεδιασμένης οικονομίας θα έπρεπε να είναι κατώτερη από εκείνη του
καπιταλισμού, δεν προκύπτει καθόλου. Διότι οι μεγάλες επιχειρήσεις logistics
όπως η DHL, η FedEx, η Maersk, η UPS ή η Kuehne + Nagel, και σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό οι εταιρείες
διαδικτυακών αποστολών όπως η Amazon,
η Alibaba ή η Zalando, εφαρμόζουν εσωτερικά μια εξαιρετικά επεξεργασμένη μορφή
σχεδιασμένης οικονομίας, ώστε να παραδίδουν τα αγαθά στους εκατομμύρια πελάτες
τους όσο γίνεται αποτελεσματικότερα (δηλαδή, για παράδειγμα, με τις λιγότερες
δυνατές διαδρομές και δαπάνες αποθήκευσης). Ο μηχανισμός της αγοράς δεν είναι
σε κανένα σημείο αναγκαίος για τη λειτουργία αυτών των συστημάτων. Το να
αντλήσει κανείς διδάγματα για την εφαρμογή μιας σοσιαλιστικής σχεδιασμένης
οικονομίας από τις ιδιαίτερα ανεπτυγμένες τεχνικές του ομίλου Amazon, για
παράδειγμα στον σχεδιασμό παραδόσεων ή ακόμη και στην πρόγνωση μελλοντικών
αποστολών, όπως έχει προταθεί[103], είναι
ασφαλώς εύλογο και θα έπρεπε να ερευνηθεί περαιτέρω.
Ως προς το 4): Απομένει το ερώτημα των τιμών. Οι τιμές σε
μια σχεδιασμένη οικονομία, όπως είναι γνωστό, δεν διαμορφώνονται από την αγορά
αλλά καθορίζονται κεντρικά. Αν η τιμή ενός αγαθού, παρά την περιορισμένη
προσφορά του, οριστεί από το κράτος χαμηλά (δηλαδή κάτω από την τιμή
ισορροπίας), τότε αυτό το αγαθό θα αγοραστεί μέχρι να εξαντληθεί η προσφορά και
να αδειάσουν τα ράφια. Δηλαδή, όλα τα διαθέσιμα αγαθά θα αγοραστούν στις
χαμηλές τιμές, αλλά δεν θα μπορέσει ο καθένας να αποκτήσει όσο θα ήθελε. Υπό
καπιταλιστικές συνθήκες, τέτοιου είδους στενότητες είναι συγκριτικά σπάνιες –
αν και επανεμφανίζονται – επειδή, όταν τα αγαθά σπανίζουν, οι τιμές ωθούνται
προς τα πάνω και έτσι πολλοί δυνητικοί καταναλωτές αποφασίζουν τελικά να μη
αγοράσουν ή δεν είναι πλέον οικονομικά σε θέση να το κάνουν. Από τη σκοπιά
φιλελεύθερων οικονομολόγων όπως ο Kornai, αυτός ο μηχανισμός αντιμετώπισης της
σπανιότητας αποδεικνύει την ανωτερότητα της λεγόμενης «οικονομίας της αγοράς».
Πρέπει όμως να σημειωθεί σχετικά ότι η αγορά δεν αλλάζει
καταρχάς καθόλου τη σπανιότητα αυτή καθαυτή, αν την κατανοήσουμε ως έλλειψη
αγαθών σε σχέση με τις κοινωνικές ανάγκες. Η αύξηση της τιμής δημιουργεί μεν
ένα κίνητρο για τους καπιταλιστές να παράγουν περισσότερο από το σπάνιο αγαθό
και να το ρίξουν στην αγορά, όμως αυτό, σε ορισμένα αγαθά (όπως ο ήδη
αναφερθείς οικιστικός χώρος στο κέντρο μεγάλων πόλεων), είναι μόνο πολύ
περιορισμένα δυνατό. Σε αυτές τις περιπτώσεις η σπανιότητα δεν εξαφανίζεται λοιπόν
καθόλου, αλλά απλώς κατανέμεται διαφορετικά ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις,
καθιστώντας ορισμένα αγαθά απλησίαστα για την εργατική τάξη. Ένα πλεονέκτημα
αυτού του μηχανισμού τιμών έγκειται, αντίθετα, πράγματι στο ότι, παρά τις
στενότητες, μπορεί να αποφευχθεί το φαινόμενο των μεγάλων ουρών μπροστά στα
καταστήματα. Αν οι καταναλωτές γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά
ένα αγαθό, θα γλιτώσουν τη μετακίνηση μέχρι το κατάστημα και έτσι θα αποφύγουν
χάσιμο χρόνου και απογοήτευση.
ΚΑΙ ΒΑυτή η όψη πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη και για τον
σοσιαλισμό: και σε μια σχεδιασμένη οικονομία το φαινόμενο των «άδειων ραφιών»
και των «μεγάλων ουρών», που είναι γνωστό από ορισμένες σοσιαλιστικές χώρες, θα
έπρεπε να αποφεύγεται όσο γίνεται. Ωστόσο, και σε αυτό το σημείο παραμένει
εντελώς ασαφές γιατί μια σοσιαλιστική οικονομία θα έπρεπε να παράγει μεγάλες
δυσκολίες. Διότι, ακόμη κι αν ο καθορισμός των τιμών αποτελεί συνειδητή απόφαση
των κρατικών αρχών, αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι οι τιμές αυτές καθορίζονται
αυθαίρετα. Αντίθετα, μπορούν να αυξάνονται ή να μειώνονται –σαν να υπήρχε
πράγματι αγορά– έως ότου εξισωθούν η προσφορά και η ζήτηση. Το αν προκύπτει
υπερέχουσα ζήτηση (ή, αλλιώς διατυπωμένο, έλλειψη προσφοράς) είναι συνεπώς
απλώς ζήτημα τιμολογιακής πολιτικής, που σε καμία περίπτωση δεν απορρέει από
την ύπαρξη της σχεδιασμένης οικονομίας.
Υπάρχει φυσικά και η δυνατότητα, για πολιτικούς λόγους, να
ορίζονται υψηλότερες ή χαμηλότερες τιμές σε ορισμένους τομείς και να ρυθμίζεται
η κατανομή σπάνιων αγαθών βάσει άλλων κριτηρίων (για παράδειγμα, οι εύκολα
προσβάσιμες και ισόγειες κατοικίες να μη λαμβάνουν απλώς υψηλότερη τιμή, αλλά
να διατίθενται κατά προτεραιότητα σε ηλικιωμένους, άτομα με αναπηρία ή
οικογένειες με παιδιά). Ορισμένα αγαθά μπορούν επιπλέον να είναι και δωρεάν
διαθέσιμα. Ο Kornai βλέπει σε αυτή την πρακτική των σοσιαλιστικών χωρών ένα
ακόμη κατασκευαστικό σφάλμα, διότι, κατά τη γνώμη του, θα έπρεπε να οδηγεί
αναγκαστικά σε στενότητες. Στην πραγματικότητα, βέβαια, ίσχυε ότι στην ΕΣΣΔ και
σε άλλες χώρες τα περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες βασικής ανάγκης ήταν είτε
δωρεάν είτε εξαιρετικά φθηνά. Ο Kornai φτάνει μάλιστα εδώ στην παράλογη εικασία
ότι ο σοσιαλισμός δεν ενδιαφερόταν στην πραγματικότητα για την ικανοποίηση των
αναγκών, αλλά για το να προκαλεί σκόπιμα έλλειψη, ώστε η «γραφειοκρατία» να
πρέπει να αναλάβει τη διανομή των αγαθών και έτσι να αποκτά περισσότερη εξουσία[104]. Ακόμη
όμως και πέρα από τέτοιες ανοησίες, που αποκαλύπτουν το έργο του Kornai ως
αντιεπιστημονική προπαγάνδα, η επιχειρηματολογία του είναι για άλλη μια φορά
αξιοσημείωτα ρηχή. Διότι όσο αληθεύει ότι σε πολλά αγαθά και μέσα σε ένα
ορισμένο πλαίσιο οι τιμές και η ζήτηση για αγαθά αντιδρούν άμεσα η μία στην
άλλη, άλλο τόσο λανθασμένο είναι να απολυτοποιείται αυτή η σχέση. Σε πάρα πολλά
αγαθά βασικής ανάγκης ο κορεσμός της ανάγκης επέρχεται στην πραγματικότητα πολύ
γρήγορα, και περαιτέρω μειώσεις των τιμών δεν οδηγούν σε αύξηση της
κατανάλωσης. Αν η κατοικία, οι δημόσιες συγκοινωνίες και οι επισκέψεις σε
κλινικές ήταν δωρεάν, δύσκολα θα έπρεπε να φοβηθεί κανείς ότι όλοι οι πολίτες
θα άρχιζαν αμέσως να κατοικούν ταυτόχρονα σε πολλές κατοικίες (πράγμα που θα μπορούσε
άλλωστε και να απαγορευτεί), να ταξιδεύουν όλη μέρα άσκοπα με το τρένο ή να
πηγαίνουν καθημερινά στο νοσοκομείο μόνο και μόνο επειδή δεν κοστίζει τίποτα.
Τα αγαθά, λοιπόν, για τα οποία μπορεί να διατεθεί μια προσφορά επαρκής για την
ικανοποίηση των αναγκών όλων των μελών της κοινωνίας, θα μπορούσαν και θα
έπρεπε σε μια σοσιαλιστική οικονομία να προσφέρονται δωρεάν, χωρίς αυτό να
οδηγεί αναγκαστικά σε στενότητες στον εφοδιασμό.
Συνοψίζοντας, μπορούμε λοιπόν να διαπιστώσουμε ότι και η
ταύτιση της σχεδιασμένης οικονομίας με μια «οικονομία της έλλειψης»
αποδεικνύεται, αν την εξετάσει κανείς προσεκτικότερα, παράλογη. Στην ουσία, η
προβληματική της αποφυγής των ελλείψεων ανάγεται, αφενός, στο ερώτημα του πώς
πρέπει να σχεδιαστεί η εφοδιαστική σε μια σύνθετη οικονομία (ένα θέμα για το
οποίο ασφαλώς απαιτείται περαιτέρω έρευνα, όπου όμως ήδη από τώρα οι
συγκεκριμένες τεχνικές των καπιταλιστικών επιχειρήσεων logistics μπορούν να
προσφέρουν διδακτική εποπτεία) και, αφετέρου, στο ερώτημα μιας κατάλληλης
τιμολογιακής πολιτικής, η οποία θα πρέπει να απαντηθεί με βάση τις
προτεραιότητες της σοσιαλιστικής διανομής των αγαθών και τα αποκτημένα
εμπειρικά δεδομένα. Σε κανένα από αυτά τα δύο σημεία δεν έχει μέχρι σήμερα
διατυπωθεί πειστικό επιχείρημα γιατί μια σοσιαλιστική οικονομική διοίκηση δεν
θα μπορούσε να αντιμετωπίσει αυτές τις προκλήσεις ή θα τις αντιμετώπιζε
χειρότερα από τον καπιταλισμό.
8. Συμπέρασμα
Στο παρόν κείμενο, τα επιχειρήματα της αστικής κριτικής
κατά της σχεδιασμένης οικονομίας ελήφθησαν σοβαρά υπόψη και ελέγχθηκαν ως προς
τη βασιμότητά τους. Γι’ αυτό παρουσιάστηκαν και εξετάστηκαν εκ νέου τα ουσιώδη
σημεία της συζήτησης για τον υπολογισμό των δεκαετιών του 1920 και του 1930 και
συζητήθηκαν επίσης τα κεντρικά σημεία της κριτικής του Kornai. Ο απολογισμός
αυτών των συζητήσεων δεν είναι ευνοϊκός για το αστικό, αντισοσιαλιστικό
στρατόπεδο. Ορισμένοι ισχυρισμοί (για παράδειγμα το επιχείρημα του Kornai περί
«οικονομίας της έλλειψης») είναι τόσο αδύναμα θεμελιωμένοι ώστε δύσκολα μπορεί
κανείς να δει σε αυτούς ακόμη και επιστημονική συμβολή. Άλλοι, όπως η κεντρική
θέση του Mises ότι διαφορετικά αγαθά θα μπορούσαν κατ’ αρχήν να συγκρίνονται
μόνο με βάση τις τιμές της αγοράς, είναι προφανώς λανθασμένοι και θα έπρεπε να
απορρίπτονται από κάθε άνθρωπο που θέλει να συζητήσει έντιμα. Επιπλέον, τα
περισσότερα επιχειρήματα είναι διατυπωμένα τόσο ασαφώς ώστε διαφεύγουν του
ελέγχου, έτσι ώστε ακόμη κι αν παραδεχόταν κανείς ότι περιγράφουν πραγματικά
προβλήματα, αυτό δεν θα σήμαινε καθόλου ότι αυτά τα προβλήματα είναι τόσο
σοβαρά ώστε να επηρεάζουν αισθητά μια σοσιαλιστική οικονομία.
Και τέλος, όλες οι «κλασικές» κριτικές κατά του σοσιαλισμού
πάσχουν από το θεμελιώδες πρόβλημα ότι διαχωρίζουν την οικονομία από την
πολιτική και προσπαθούν απλώς να αποδείξουν την υποτιθέμενη οικονομική
αναποτελεσματικότητα του σοσιαλισμού. Οι μαρξιστές, όμως, δεν απορρίπτουν τον
καπιταλισμό απλώς επειδή οι εσωτερικές του αντιφάσεις οδηγούν αναγκαστικά σε
αναποτελεσματικότητα και σπατάλη, αλλά κυρίως επειδή δεν έχει να προσφέρει στη
μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων τίποτε άλλο παρά μια ζωή διαρκούς ανασφάλειας,
μια ζωή που σε όλες τις πλευρές της υποτάσσεται στον εξαναγκασμό της
κερδοφορίας για λογαριασμό κάποιου άλλου, και επειδή για δισεκατομμύρια
κατοίκους του πλανήτη σημαίνει εξαθλίωση και ανάγκη. Καπιταλισμός σημαίνει ότι
η παραγωγή του κοινωνικού πλούτου οργανώνεται τόσο ανορθολογικά ώστε να
καταρρέει περιοδικά, κάθε λίγα χρόνια, σε κρίσεις, μέσα στις οποίες ο πλούτος
που έχει δημιουργηθεί με κόπο καταστρέφεται μαζικά, στις οποίες εκατομμύρια
εργατικές οικογένειες χάνουν την εργασία και την ύπαρξή τους, όχι επειδή
υπάρχει πολύ λίγος, αλλά επειδή υπάρχει υπερβολικά πολύς πλούτος. Καπιταλισμός
σημαίνει να ρίχνει κανείς αδίστακτα κάτω από τις ρόδες της μηχανής του κέρδους
τις φυσικές βάσεις της ύπαρξής μας πάνω σε αυτόν τον πλανήτη και έτσι, ήδη μέσα
στις επόμενες δεκαετίες, να μετατρέπει τεράστιες εκτάσεις γης και δυνητικά
ολόκληρες ηπείρους σε ακατοίκητα σεληνιακά τοπία. Καπιταλιστική κυριαρχία
σημαίνει, τέλος, να ασφαλίζεται και να επεκτείνεται αυτό το καθεστώς
εκμετάλλευσης, καταπίεσης και απανθρωποποίησης με όλα τα μέσα, στα οποία
ανήκουν πάντοτε και η κρατική καταστολή, ο φασιστικός τρόμος, ο πόλεμος και η
γενοκτονία. Καπιταλισμός σημαίνει, με απλά λόγια, την εξαπολυμένη βαρβαρότητα,
η οποία σήμερα περισσότερο από ποτέ μπορεί να καταφύγει στα φρικτότερα μέσα
εξόντωσης της ανθρωπότητας που γνώρισε ποτέ η ιστορία. Καπιταλισμός σημαίνει
ότι ο πολιτισμός πάνω στη Γη θα χαθεί με βεβαιότητα, αν δεν ξεπεραστεί
προηγουμένως ο καπιταλισμός. Η εστίαση της επιχειρηματολογίας στην «οικονομία
της αγοράς» ως «υποσύστημα» του καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού —κάτι που
από αστική σκοπιά συχνά θεωρείται μάλιστα έκφραση «αυστηρής» επιστήμης— είναι
στην πραγματικότητα το αντίθετο, δηλαδή μια εχθρική προς την επιστήμη
στενοκεφαλιά, που στέκεται θεμελιακά εμπόδιο σε κάθε πραγματική γνώση.
Μια σοσιαλιστική σχεδιασμένη οικονομία μπορεί, κατ’ αρχήν,
να λύσει όλα αυτά τα προβλήματα,
επειδή αποσπά τη σφαίρα της παραγωγής από τη διοίκηση ενός τυφλού και
ανορθολογικού μηχανισμού αγοράς και καθιστά την κοινωνική ανάγκη, αντί για το
κέρδος, την κυρίαρχη αρχή.
Η αποτυχία των κριτικών κατά της σοσιαλιστικής σχεδιασμένης
οικονομίας σημαίνει, από μόνη της, μόνο ότι η αστική επιστήμη δεν είναι σε θέση
να αναιρέσει τη δυνατότητα του σοσιαλισμού. Δεν αποτελεί από μόνη της ακόμη
απόδειξη ότι μια σοσιαλιστική σχεδιασμένη οικονομία, η οποία θα υπερέχει του
καπιταλισμού σε αποτελεσματικότητα (ή τουλάχιστον θα του ισοδυναμεί), είναι
εφικτή. Για να αποδειχθεί αυτό πράγματι, πρέπει ακόμη να επεξεργαστεί μια
σύλληψη της σχεδιασμένης οικονομίας στο σημερινό επίπεδο των παραγωγικών
δυνάμεων, κάτι που ασφαλώς μπορεί να είναι μόνο αποτέλεσμα της συνεργασίας
πολλών επιστημόνων και επιστημονισσών. Και ακόμη και τότε, μια τέτοια σύλληψη
δεν θα επιλύει κάθε ενδεχόμενο ή κάθε ειδικό πρόβλημα. Πιθανότατα στην πράξη θα
εμφανιστούν νέα προβλήματα, που σήμερα, λόγω έλλειψης εμπειρίας, δεν μπορούμε
να προβλέψουμε και για τα οποία τότε θα πρέπει να αναπτυχθούν λύσεις. Μια
σχεδιασμένη οικονομία δεν είναι μαγικός μηχανισμός ούτε αυτοματισμός. Επειδή ο
σχεδιασμός, σε αντίθεση με τη ρύθμιση μέσω της αγοράς, είναι συνειδητή πράξη
που πρέπει να οργανώνεται και να εκτελείται από πρόσωπα, καθιστά δυνατές αλλά
και αναγκαίες τις διαρκείς προσαρμογές και διορθώσεις.
Σημαίνει αυτό ότι στην πραγματικότητα ακόμη δεν μπορούμε να
γνωρίζουμε αν ο σοσιαλισμός «θα λειτουργήσει» ή όχι; Είναι λοιπόν βολή στο
σκοτάδι το ότι σήμερα αγωνιζόμαστε για τον σοσιαλισμό;
Όχι. Τόσο οι εμπειρίες των σοσιαλιστικών χωρών, των οποίων
ο απολογισμός, με την έννοια της χειραφέτησης της ανθρωπότητας από την
εκμετάλλευση και την καταπίεση, πρέπει να αξιολογηθεί θετικά, όσο και η
αποτυχία του ακαδημαϊκού αντικομμουνισμού να διατυπώσει έστω και κάπως βιώσιμα
επιχειρήματα κατά του σοσιαλισμού, και τέλος οι τεχνολογικές πρόοδοι της εποχής
μας, που καθιστούν δυνατή τη συλλογή, τη μετάδοση και την επεξεργασία
πληροφοριών σε κλίμακα που ποτέ πριν δεν υπήρξε και επιτρέπουν ήδη σήμερα, μέσα
στους μεγάλους καπιταλιστικούς μονοπωλιακούς ομίλους, μια λεπτομερή οικονομική
σχεδίαση σε πραγματικό χρόνο — όλα αυτά δείχνουν σε συντριπτικό βαθμό ότι ο
σοσιαλισμός δεν είναι μόνο δυνατός και επιθυμητός, αλλά και ότι, ως τρόπος
παραγωγής, αντιστοιχεί αντικειμενικά στις σημερινές παραγωγικές δυνάμεις, ναι,
ότι απαιτείται σχεδόν από αυτές.
Όμως ο σοσιαλισμός δεν θα έρθει από μόνος του. Το ότι
αποτελεί τη μοναδική εναλλακτική απέναντι στην καταστροφή δεν σημαίνει ότι η
καταστροφή δεν μπορεί να συμβεί. Ο σοσιαλισμός μπορεί να κατακτηθεί παντού στον
κόσμο μόνο ως αποτέλεσμα σκληρότατων ταξικών αγώνων, στη βάση μιας
επαναστατικής στρατηγικής και υπό την ηγεσία ενός κομμουνιστικού κόμματος.
[1]
Ορισμένες από τις πιο δημοφιλείς και καλύτερες σειρές
των τελευταίων ετών περιλαμβάνουν μια περισσότερο ή λιγότερο οξεία κοινωνική
κριτική, από το Breaking Bad και το Fallout έως το Andor – φυσικά χωρίς αυτό, από μόνο του, να μπορεί να γίνει
επικίνδυνο για το σύστημα.
[2]
Paul Cockshott / Allin Cottrell 2006: Εναλλακτικές από τον υπολογιστή. Για
σοσιαλιστικό σχεδιασμό και άμεση δημοκρατία, εκδ. PapyRossa, Κολωνία.
[3]
Π.χ. το podcast Future
Histories, στο διαδίκτυο: ασφαλής νόμιμη πρόσβαση μέσω του επίσημου
ιστοτόπου, ανακτήθηκε στις 15.1.2026.
[4]
Π.χ. Marcel Kunzmann 2018: Θεωρία, σύστημα και πράξη του σοσιαλισμού στην Κίνα, εκδ. Mirco
Kolarczik, Βερολίνο.
[5]
Max Weber 2008: Οικονομία
και κοινωνία. Σχεδίασμα της ερμηνευτικής κοινωνιολογίας, Zweitausendeins,
Φρανκφούρτη/Μάιν, σ. 79.
[6]
Π.χ. János Kornai 1992: The Socialist System. The Political Economy of Communism, Oxford
University Press, σ. 294 κ.ε.
[7]
Jonathan Walker 2014: Operation Unthinkable: Churchill’s plan for World War Three,
διαδικτυακή δημοσίευση, ανακτήθηκε στις 13.1.2026.
[8]
Robert C. Allen 2003: From Farm to Factory. A Reinterpretation of the Soviet Industrial
Revolution, σ. 189–203.
[9]
Στο ίδιο, σ. 209.
[10] Tagesschau: Αυτά δαπανούν τα κράτη του ΝΑΤΟ για την άμυνα, διαδικτυακή
δημοσίευση, ανακτήθηκε στις 8.1.2025.
[11] Joseph
Ball 2020: Does socialism really lead to
economic failure? The USSR and COMECON Eastern Europe before 1989, Journal of Labour and Society 2020, σ.
19.
[12] Allen
2003, σ. 209 κ.ε.
[13] CSSR:
Τσεχοσλοβακική Σοσιαλιστική Δημοκρατία.
Κείμενο μεταφρασμένο από τον -Molotov
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου